Του Serge Halimi* ΜΠΟΡΟΥΜΕ να στοιχηματίσουμε ότι στις επόμενες ευρωεκλογές θα μιλάνε πολύ λιγότερο γι’ αυτό το ζήτημα απ’ ό,τι για τον αριθμό των παράνομων μεταναστών που απελάθηκαν ή την (υποτίθεται) διδασκαλία της «θεωρίας των φύλων» στα σχολεία. Για ποιο ζήτημα πρόκειται; Για τη Συμφωνία Διατλαντικής Εμπορικής και Επενδυτικής Συνεργασίας (Transatlantic Trade and Investment Partnership, ΤΤΙΡ), η οποία αφορά 800 εκατομμύρια κατοίκους με σημαντική αγοραστική δύναμη και σχεδόν τον μισό πλούτο της Γης.1 Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διαπραγματεύεται αυτή τη συμφωνία ελεύθερου εμπορίου με την Ουάσινγκτον στο όνομα των 25 κρατών-μελών της Ευρωπαϊκή Ένωσης. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο που θα εκλεγεί τον Μάιο θα κληθεί να την επικυρώσει. Τίποτα δεν έχει ακόμα παιχτεί, αλλά στις 11 Φεβρουαρίου, κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του στην Ουάσινγκτον, ο Γάλλος πρόεδρος Φρανσουά Ολάντ πρότεινε να επισπεύσουν τις διαδικασίες. «Αν πάμε γρήγορα, έχουμε πολλά να κερδίσουμε. Αλλιώς, το ξέρουμε ότι θα υπάρξει συγκέντρωση φόβου, απειλών, εντάσεων». «Αν πάμε γρήγορα, έχουμε πολλά να κερδίσουμε»; Αντίθετα, σε αυτήν την υπόθεση, είναι σημαντικό να σταματήσουμε τη μηχανή του νεοφιλελευθερισμού και των βιομηχανικών λόμπι (τόσο αμερικανικών όσο και ευρωπαϊκών)
* Ο Serge Halimi είναι ο διευθυντής της Le Monde Diplomatique
Κάθε βδομάδα αποδεικνύεται ότι η γαλλική σοσιαλιστική κυβέρνηση προσχωρεί ολοένα περισσότερο στις πλέον νεοφιλελεύθερες οικονομικές στρατηγικές: προώθηση της «πολιτικής της προσφοράς», πετσόκομμα των δημόσιων δαπανών, στιγματισμός της «κατασπατάλησης» και των «καταχρήσεων» στην κοινωνική ασφάλιση. Κι όλα αυτά σε βαθμό που οδηγεί την εργοδοσία να διστάζει για την πορεία που οφείλει να ακολουθήσει. Και τη Δεξιά να ομολογεί την αμηχανία της μπροστά σε μια τόσο μεγάλης έκτασης αντιγραφή ιδεών και λογοκλοπή...
LE
Μια διατλαντική
ΠΑΓΙΔΑ
που την εμπνέουν. Είναι ακόμα πιο απαραίτητο, αφού οι όροι της διαπραγμάτευσης, τους οποίους χειρίζονται οι επίτροποι στις Βρυξέλλες, έμειναν κρυφοί από τους βουλευτές της Γηραιάς Ηπείρου, ενώ η εμπορική στρατηγική της Ένωσης (εάν υφίσταται κάποια στρατηγική εκτός από την απαγγελία του Ιερού Βιβλίου της πλήρους απελευθέρωσης) δεν έχει κανένα μυστικό για τα αυτιά της Αμερικανικής Υπηρεσίας Ασφαλείας...2 Μια τέτοια φροντίδα απόκρυψης δεν μπορεί ποτέ να είναι προάγγελος ωραίων εκπλήξεων. Εκ των πραγμάτων υπάρχει κίνδυνος, η φυγή προς τα εμπρός της πλήρους απελευθέρωσης και του ατλαντισμού να κάνει τους Ευρωπαίους να εισάγουν κρέας με ορμόνες, γενετικά τροποποιημένο καλαμπόκι, κοτόπουλα πλυμένα με χλώριο. Και από την άλλη ν’ απαγορεύσει στους Αμερικανούς να ευνοούν τους τοπικούς παραγωγούς (Buy American Act) όταν χρησιμοποιούνται δημόσια κεφάλαια για τη μάχη κατά της ανεργίας. Κι όμως, το πρόσχημα της συμφωνίας είναι η απασχόληση. Αλλά, παίρνοντας θάρρος από τις «μελέτες», οι οποίες συχνά χρηματοδοτούνται από λόμπι, οι υπέρμαχοι της συμφωνίας είναι πολύ περισσότερο φλύαροι για τις θέσεις εργασίας που θα δημιουργηθούν χάρη στις εξαγωγές και πο-
λύ λιγότερο για εκείνες που θα χαθούν εξαιτίας των εισαγωγών (ή ενός υπερεκτιμημένου ευρώ...). Ωστόσο, ο οικονομολόγος Ζαν-Λικ Γρεό θυμίζει ότι, εδώ και εικοσιπέντε χρόνια, κάθε καινούργια νεοφιλελεύθερη επανάσταση ενιαία αγορά, κοινό νόμισμα, διατλαντική αγορά- υιοθετήθηκε με την πρόφαση ότι θα μείωνε την ανεργία. Έτσι, μια έκθεση του 1988 με τίτλο «Πρόκληση 1992», ανακοίνωνε ότι «θα κερδίσουμε 5 ή 6 εκατομμύρια θέσεις εργασίας χάρη στην ενιαία αγορά. Ωστόσο, τη στιγμή που εδραιώθηκε, η Ευρώπη, θύμα της ύφεσης, έχασε τρία έως τέσσερα εκατομμύρια θέσεις εργασίας...».3 Το 1998, η Πολυμερής Συμφωνία για τις Επενδύσεις, που είχε ήδη δημιουργηθεί από και για τις πολυεθνικές, έγινε σκόνη από τη λαϊκή κινητοποίηση.4 Η διατλαντική συμφωνία, που παίρνει κάποιες από τις πιο επιβλαβής ιδέες της θα πρέπει να τύχει της ίδιας αντιμετώπισης. Βλ. Lori M.Wallach, «Η διατλαντική συμφωνία, ένας τυφώνας που απειλεί τους Ευρωπαίους», http://www.mondediplomatique.gr/spip.php?article489.
1
Ο Πατρίκ Λε Ιγιαρίκ, ευρωβουλευτής της Ενωμένης Αριστεράς, δημοσίευσε ολόκληρο το κείμενο των διαπραγματεύσεων στο βιβλίο του «Dracula contre les peuples», Editions de L’ Humanité, Σεν-Ντενί, 2013.
2
Jean-Luc Gréau, dans «Le projet de marché transatlantique», actes du colloque de la Fondation Res Publica, Παρίσι, Σεπτέμβριος 2013.
3
Christian de Brie, «Comment l’ AMI fut mis en pièces», Le Monde diplomatique, Δεκέμβριος 1998.
4
MONDE
Η ΑΥΓΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗ 13 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2014 TEYXOΣ 65
diplomatique ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ Οι επιχειρήσεις δεν δημιουργούν θέσεις εργασίας
Του Frédéric Lordon*
M
ονάχα αν έχει κατεβάσει κανείς άφθονα ποτήρια οινοπνευματωδών ποτών, και βρίσκεται ακόμα κάτω από την επήρεια του αλκοόλ, που μας κάνει να βλέπουμε όλους τους δρόμους δύσβατους και γεμάτους στροφές, μόνο τότε θα δει όπως κάνουν σχεδόν εν χορώ όλοι οι σχολιαστές- μια «δεξιά στροφή» στο «Σύμφωνο Υπευθυνότητας» που εξήγγειλε ο Φρανουά Ολάντ.1 Ακόμα κι αυτός που δεν απέχει εντελώς από το ποτό και πίνει τα ποτηράκια
* Ο Frédéric Lordon είναι οικονομολόγος. Τελευταίο έργο του, το «Malfaçon. Monnaie européenne et souveraineté démocratique», Les Liens qui libèrent, Παρίσι, 2014.
EΛΛΗΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ
του με μέτρο θα αναγκαστεί να καταλήξει στο εξής προφανές και κοινότοπο συμπέρασμα: ο δρόμος είναι εντελώς ίσιος, δίχως την παραμικρή στροφή και μάλιστα παρουσιάζει μεγάλη κλίση. Για την ακρίβεια, πρόκειται για μια πολύ απότομη κατηφόρα και, επιπλέον, τα φρένα του οχήματος έχουν σπάσει. Στην πραγματικότητα, η εντελώς ευθύγραμμη... στροφή δεν κάνει τίποτε άλλο από το να ακολουθεί πιστά και να εμβαθύνει στη λογική της παρούσας προεδρικής πενταετίας, όπως αυτή εκφράστηκε ήδη από τους πρώτους μήνες της θητείας του Ολάντ. Αυτή η κατακαημένη λογική αποπνέει απελπισία και παραίτηση. Γιατί, στην προκειμένη περίπτωση, οι μακροχρόνιες τάσεις της ιδεολογικής προδοσίας αναμειγνύονται με πανικόβλητους υπολογισμούς, καθώς οι εκφραστές της -έχοντας εγκαταλείψει κάθε ιδέα για ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΗ ΣΕΛΙΔΑ 2
LE
MONDE
EΛΛΗΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ
diplomatique
αλλαγή του προσανατολισμού των καταστροφικών ευρωπαϊκών πολιτικών και, συνεπώς, έχοντας στερήσει από τον εαυτό τους κάθε δυνατότητα ανάκαμψης της οικονομίας- φαντάζονται ότι το μόνο μέσο σωτηρίας που τους έχει απομείνει για να γλιτώσουν από το ναυάγιο αυτό είναι η Σχεδία της Μέδουσας:2 η «επιχείρηση», η έσχατη λύση που τους προσφέρει ως σανίδα σωτηρίας η Θεία Πρόνοια ή, για την ακρίβεια, το Κίνημα των Επιχειρήσεων της Γαλλίας (Medef, το αντίστοιχο του ελληνικού ΣΕΒ). Μεγαλοφυές εύρημα όταν βρίσκεσαι στο χείλος του γκρεμού: «Το μοναδικό πράγμα που δεν έχουμε ώς τώρα δοκιμάσει είναι να εμπιστευθούμε τις επιχειρήσεις».3 Τι εκπληκτική ιδέα! Να εμπιστευθούμε τις «επιχειρήσεις»... Να εμπιστευθούμε τον απαγωγέα που κρατάει ομήρους και να ριχτούμε στην αγκαλιά του, πεπεισμένοι ότι θα ξαναγεννηθεί μέσα στην ψυχή του η ακαταμάχητη αγάπη, κάνοντάς τον να ξεχάσει για πάντα τα αιτήματα για πληρωμή λύτρων. Αντίθετα απ’ ό,τι θα κραύγαζε εν χορώ ολόκληρη η κουστωδία των έγκριτων αρθρογράφων, σκανδαλισμένη που γίνεται λόγος για «επιβολή ομηρίας» στην περίπτωση των επιχειρήσεων, δεν υπάρχει η παραμικρή υπερβολή σε αυτήν την παρομοίωση. Μάλιστα, οφείλω να τονίσω ότι πρόκειται για το πλέον εύστοχο σχήμα λόγου. Βέβαια, είναι αλήθεια ότι η αλλοίωση της αίσθησης της προοπτικής, που οδηγεί ορισμένους να βλέπουν τις ευθείες γραμμές ως «στροφές», συμβαδίζει με μια άλλη παραμόρφωση, που οδηγεί στο να βλέπει κανείς «επιβολή ομηρείας» οπουδήποτε αλλού εκτός από εκεί όπου αυτή πραγματικά βρίσκεται. Να βλέπει, για παράδειγμα, «επιβολή ομηρίας» από τους σιδηροδρομικούς, από τους εργαζόμενους στο ταχυδρομείο, από το προσωπικό της Τοπικής Αυτοδιοίκησης που εργάζεται στην αποκομιδή των απορριμμάτων και, γενικότερα, από όλους όσους προσπαθούν να υπερασπιστούν τον εαυτό τους απέναντι στις συνεχείς επιθέσεις που δέχονται. Γιατί το κεφάλαιο διαθέτει ακριβώς το ίδιο πλεονέκτημα που είχε και το κλεμμένο γράμμα του Έντγκαρ Άλαν Πόε:4 έτσι, η επιβολή ομηρείας που πραγματοποιεί είναι σε τόσο απίστευτο βαθμό τεράστια κι ολοφάνερη, ώστε τελικά να περνάει απαρατήρητη. Όπως είχε παρατηρήσει ο Μαρξ, ο καπιταλισμός -δηλαδή το σύστημα της μισθωτής εργασίας- ισοδυναμεί με το να τεθεί σε ομηρεία η ίδια η ζωή! Μέσα σε μια εκχρηματισμένη οικονομία με καταμερισμό εργασίας, η μοναδική δυνατότητα για αναπαραγωγή της ζωής στηρίζεται στα χρήματα που αποφέρει ο μισθός, δηλαδή η υπακοή στον εργοδότη. Κι αν δεν είχαμε κατακτήσει, μέσα από τεράστιους αγώνες, τη δημιουργία θεσμών κοινωνικής προστασίας, δεν μπορούμε να φανταστούμε σε τι θα διέφερε η βαθύτερη λογική των καπιταλιστικών εργασιακών σχέσεων από ένα ξερό «σκάσε και δούλευε, ειδάλλως ψόφα». Το κεφάλαιο δεν κρατάει σε ομηρεία μονάχα τη ζωή των ανθρώπων, αλλά και το σύνολο της συλλογικής ζωής, η οποία αποτελεί, υπό κανονικές συνθήκες, το αντικείμενο της πολιτικής. Καταρχάς, αυτός ο σφετερισμός
LE
MONDE
EΛΛΗΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ
diplomatique
Η ομηρεία που επιβάλλει το κεφάλαιο στους εργαζόμενους είναι σε τόσο απίστευτο βαθμό τεράστια και ολοφάνερη, ώστε τελικά να περνάει απαρατήρητη
έχει ως αποτέλεσμα να υποτάσσεται στο εξής οποιαδήποτε ατομική ή συλλογική υλική αναπαραγωγή στη λογική της συσσώρευσης του κεφαλαίου: η παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών που αναπαράγουν τη ζωή πραγματοποιείται πλέον από οικονομικές οντότητες οι οποίες δηλώνουν καπιταλιστικές και είναι απόλυτα αποφασισμένες να ενεργούν μονάχα σύμφωνα με τη λογική της κερδοφόρου εμπορευματοποίησης. Επιπλέον, προσφέρει στο κεφάλαιο τεράστιες δυνατότητες πρωτοβου-
λιών: το χρηματοοικονομικό κεφάλαιο διαθέτει τη δυνατότητα να χορηγεί προκαταβολές σε χρήμα, οι οποίες χρηματοδοτούν τις πρωτοβουλίες του βιομηχανικού κεφαλαίου στους τομείς των επενδυτικών δαπανών ή των δαπανών για προσλήψεις. Έτσι, οι συνολικές αποφάσεις του κεφαλαίου καθορίζουν τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τα άτομα εξασφαλίζουν τα μέσα που απαιτούνται για την αναπαραγωγή τους, δηλαδή τον μισθό. Αυτή ακριβώς η εξουσία ανάληψης πρωτοβουλιών, αυτή η εξουσία που έχει το κεφάλαιο να επιβάλλει τους δικούς του ρυθμούς στην παραγωγή, του προσδίδει μια στρατηγική θέση μέσα στη συνολική κοινωνική δομή: του επιτρέπει να κρατάει τους πάντες ομήρους, δεδομένου ότι όλη η υπόλοιπη κοινωνία εξακολουθεί να εξαρτάται απόλυτα από τις επιθυμίες του και τις διαταγές του. Εάν δεν ενδώσουμε σε όλες του τις απαιτήσεις, το κεφάλαιο θα αρχίσει μια απεργία επενδύσεων: μήπως αυτή ακριβώς η λέξη, η «απεργία», δεν είναι αρκετή για να ενεργοποιήσει μέσα στο εξαιρετικά μονοδιάστατο μυαλό του μέσου έγκριτου αρθρογράφου τον
συνειρμό της «ομηρείας»; Αρκεί να εξετάσουμε από κάποια απόσταση την κατάσταση στη Γαλλία, για να διαπιστώσουμε το μέγεθος των λύτρων που έχουμε έως τώρα καταβάλει ως όμηροι: από την κατάργηση, στα μέσα της δεκαετίας του 1980, της προϋπόθεσης της έγκρισης των μαζικών απολύσεων από τις υπηρεσίες της Δημόσιας Διοίκησης έως τις άθλιες διατάξεις της Εθνικής Διεπαγγελματικής Συμφωνίας,5 χωρίς να ξεχνάμε τη μείωση της φορολογίας των εταιρικών κερδών, την καθιέρωση του αφορολόγητου του δικαιώματος προαίρεσης,6 το πλήθος των πληγμάτων που δέχεται η σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και η κυριακάτικη αργία7 κ.λπ. Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι αυτός ο τεράστιος κατάλογος με λάφυρα που μας έχουν αρπάξει θα αυξάνεται αδυσώπητα και εις το διηνεκές, έως τη στιγμή που θα αντιπαραταχθεί απέναντι στην ισχύ του κεφαλαίου μια ισοδύναμης ισχύος αντίθετη δύναμη, η οποία θα το εξαναγκάσει να μετριάσει τις απαιτήσεις του. Γιατί, όπως εύκολα μπορεί να καταλάβει κανείς από τον προαναφερθέντα κατάλογο, το κεφάλαιο δεν έχει την παραμι-
Υπεύθυνη έκδοσης: Βάλια Καϊμάκη Συντακτική ομάδα: Κορίνα Βασιλοπούλου, Θανάσης Κούτσης, Χάρης Λογοθέτης, Βασίλης Παπακριβόπουλος Επικοινωνία: info@monde-diplomatique.gr Αρχείο κειμένων: www.monde-diplomatique.gr Facebook: www.facebook.com/monde.diplomatique.gr
3/35
Η ΑΥΓΗ
ΚΥΡΙΑΚΗ 13 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2014
κρή συναίσθηση της κατάχρησης δύναμης στην οποία προβαίνει. Ωστόσο, στην παρούσα υπόθεση που μας απασχολεί, το χειρότερο συνίσταται ίσως στην αδιόρθωτη ματαιότητα της στρατηγικής του Ολάντ και των συμβούλων του, στο μυαλό των οποίων έχει εισβάλει και ριζώσει μόνιμα, όπως οι αποικιοκράτες στις αποικίες τους, η κοσμοαντίληψη του Medef. Για όλους αυτούς, η μοναδική αφετηρία όλων των συλλογισμών τους είναι το θεμελιώδες αξίωμα του νεοφιλελευθερισμού, το οποίο βέβαια είναι αλήθεια ότι επαναλαμβάνεται διαρκώς και παντού, έτσι ώστε να έχει σφηνωθεί πλέον μέσα σε όλα τα μυαλά, με αποτέλεσμα να περνιέται ως απόλυτη και αδιαμφισβήτητη αλήθεια: «Οι επιχειρήσεις είναι εκείνες που δημιουργούν την απασχόληση». Εάν καταρρίψουμε αυτό το αξίωμα που αποτελεί νευραλγικό σημείο στο οποίο στηρίζεται ο νεοφιλελευθερισμός, τότε θα έχουμε κάνει ένα πρώτο βήμα για να ξεφύγουμε από την ομηρεία στην οποία μας κρατάει το κεφάλαιο. Σε κάθε περίπτωση, τον ισχυρισμό ότι «οι επιχειρήσεις δεν δημιουργούν απασχόληση», δεν πρέπει με κανένα τρόπο να τον εκλάβουμε ως ένα αξίωμα που στηρίζεται στον εμπειρισμό, παρά το γεγονός ότι η τελευταία εικοσαετία τον έχει όντως απόλυτα επιβεβαιώσει. Πρόκειται για ένα εννοιολογικό αξίωμα, του οποίου εξάλλου η ακριβής διατύπωση δεν είναι το «οι επιχειρήσεις δεν δημιουργούν απασχόληση», αλλά το «οι επιχειρήσεις δεν δημιουργούν την απασχόληση». Οι επιχειρήσεις δεν διαθέτουν κανένα μέσον για να δημιουργήσουν οι ίδιες τις θέσεις εργασίας που προσφέρουν: η μοναδική πηγή από την οποία προέρχονται αυτές οι θέσεις εργασίας είναι η εξέταση των παραγγελιών που δέχονται οι επιχειρήσεις. Και φυσικά, δεν μπορούν οι ίδιες οι επιχειρήσεις να τις δημιουργήσουν, δεδομένου ότι τις παραγγελίες τις δέχονται από εξωτερικές πηγές, δηλαδή από τους πελάτες τους, τα νοικοκυριά ή τις άλλες επιχειρήσεις. Το ομολογεί σε μια -εντυπωσιακή όσο και ακούσια- έκλαμψη αλήθειας ο Ζαν Φρανσουά Ρουμπό, πρόεδρος της Γενικής Συνομοσπονδίας των Μικρομεσαίων Επιχειρήσεων (CGPME), σε μια πολύ κρίσιμη στιγμή: την ώρα της συζήτησης για τα «ανταλλάγματα» που θα προσφέρει η εργοδοσία. Όπως γνωρίζουμε, μέχρι τη σύναψη του «συμφώνου», η εργοδοσία ορκίζεται στο όνομα των αγορών ότι η εφαρμογή του θα δημιουργήσει εκατοντάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας. Όμως, αμέσως μετά τη σύναψή του, δεν υπάρχει πλέον η παραμικρή βεβαιότητα για τίποτε.... Ας μη μας κυριεύει όμως η ανησυχία, σε κάθε περίπτωση οφείλουμε να δείχνουμε εμπιστοσύνη. Και να, λοιπόν, που αυτός ο Ιωάννης Χρυσόστομος8 Ρουμπό μας τα αποκαλύπτει όλα, ξαφνικά και με εντελώς αθώο ύφος: «Βέβαια, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι επιχειρήσεις μας οφείλουν προηγουμένως να έχουν δεχθεί ικανοποιητικό αριθμό παραγγελιών...». Αυτή ήταν η γεμάτη αφέλεια απάντησή του, όταν ρωτήθηκε «εάν, ως αντάλλαγμα για την ψήφιση του συμφώνου, οι επιχειρήσεις είναι έτοιμες να προχωρήσουν σε προσλήψεις».9 Και δεν έχει άδικο ο Ρουμπό! Εάν οι επιχειρήσεις «παρήγαν» οι ίδιες τις παραγγελίες τις οποίες καλούνται να εκτελέσουν, θα το ξέραμε εδώ και πολύ καιρό και το καπιταλιστικό παιχνίδι θα είχε γίνει μια εξαιρετικά απλή υπόθεση.
Θα ήταν προτιμότερο να υπερασπιστούμε την ελευθερία των γυναικών να ντύνονται όπως επιθυμούν αντί για την επιμονή στην ανωτερότητα της γύμνιας
Ωστόσο, δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο: οι επιχειρήσεις απλώς καταγράφουν τη ροή των παραγγελιών, και η δυνατότητά τους να την επηρεάσουν είναι ελάχιστη, περιθωριακή (μάλιστα, στη συνολική κλίμακα της μακροοικονομίας, η δυνατότητα είναι μηδενική). Γιατί, οι παραγγελίες εξαρτώνται από έναν και μόνον παράγοντα: τη δυνατότητα των πελατών τους να ξοδέψουν χρήματα. Κι αυτή τους η δυνατότητα εξαρτάται από τις «παραγγελίες»10 που έχουν λάβει κι αυτοί, και ούτω καθεξής, μέσα στο μεγάλο πλέγμα της αλληλεξάρτησης που αποτελεί και το πλέον ενδιαφέρον και γοητευτικό στοιχείο του οικονομικού κυκλώματος. Συνεπώς, αν εξαιρέσει κανείς μερικές διακυμάνσεις που ρυθμίζονται από τον ανταγωνισμό ανάμεσα στις εταιρείες, ο συνολικός όγκος των παραγγελιών -τον οποίο πάρα πολύ σωστά ο Ρουμπό θεωρεί καθοριστικό παράγοντα για τα πάντα- δεν εξαρτάται από τις επιχειρήσεις σε μεμονωμένο επίπεδο, αλλά από μια γενικότερη μακροοικονομική διαδικασία.
Πράγματι, οι επιχειρήσεις έχουν μια παθητική στάση απέναντι στις παραγγελίες, τις οποίες απλώς καταγράφουν. Δηλαδή, οι επιχειρήσεις δεν δημιουργούν θέσεις εργασίας αλλά, απλούστατα, μετατρέπουν σε θέσεις εργασίας τη ζήτηση για αγαθά και υπηρεσίες που καταγράφουν ή προβλέπουν ότι θα τους ζητηθούν. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, εκεί όπου η εργοδοτική ιδεολογία μάς καλεί να δούμε μια δημιουργική πράξη, η οποία οφείλει τα πάντα στην κυρίαρχη (κι ωφέλιμη για το κοινωνικό σύνολο) δύναμη του επιχειρηματία, υπάρχει μονάχα η πολύ λιγότερο θεαματική κι εντελώς ετερόνομη μηχανική της προσφοράς, η οποία το μόνο που κάνει είναι να ανταποκρίνεται στην εξωτερική ζήτηση. Ωστόσο, ορισμένοι θα υποστηρίξουν ότι οι επιχειρήσεις διαφοροποιούνται, ότι μερικές κατορθώνουν να μειώσουν περισσότερο τις τιμές τους από άλλες, ότι καινοτομούν κ.λπ. Όμως, σε τελική ανάλυση, στην πραγματικότητα όλα αυτά επηρεάζουν μονάχα την ανακατανομή της συνολικής ζήτησης ανάμεσα στις επιχειρήσεις, η οποία περιορίζεται με απόλυτο τρόπο από το διαθέσιμο μακροοικονομικό εισόδημα. Δεν θα μπορούσαμε, άραγε, να υπερβούμε τα όρια που μας θέτει το εσωτερικό διαθέσιμο εισόδημα και να αναζητήσουμε στο εξωτερικό λίγη επιπλέον ζήτηση; Όντως, μπορούμε. Ωστόσο, αυτό το ενδεχόμενο δεν επηρεάζει τον πυρήνα του επιχειρήματος που προβάλαμε: οι επιχειρήσεις καταγράφουν τη ζήτηση -τόσο από το εξωτερικό όσο και την εγχώρια- την οποία δεν έχουν τη δυνατότητα να δημιουργήσουν από μόνες τους: απλώς περιορίζονται στο να μετατρέψουν (ενδεχομένως) αυτήν ακριβώς τη
Εάν καταρρίψουμε το αξίωμα «οι επιχειρήσεις είναι εκείνες που δημιουργούν την απασχόληση», τότε θα έχουμε κάνει ένα πρώτο βήμα για να ξεφύγουμε από την ομηρεία στην οποία μας κρατάει το κεφάλαιο
ζήτηση σε απασχόληση. Συνεπώς, αντίθετα απ’ ό,τι υποστηρίζει με έμφαση η εργοδοτική ιδεολογία, δεν υπάρχει καμία «δημιουργική» δράση των επιχειρήσεων στην απασχόληση. Όσον αφορά αυτό το ζήτημα, οι επιχειρηματίες και οι επιχειρήσεις δεν κάνουν απολύτως τίποτε. Το μόνο που πραγματικά κάνουν είναι να ανταγωνίζονται μεταξύ τους για να αποσπάσουν μερίδιο του διαθέσιμου εισοδήματος και της ζήτησης. Όλα αυτά σημαίνουν ότι δεν είμαστε υποχρεωμένοι να υποτασσόμαστε στις υπέρογκες απαιτήσεις των επιχειρήσεων, με το πρόσχημα ότι κατέχουν το μυστικό της «δημιουργίας θέσεων εργασίας». Δεν κατέχουν απολύτως κανένα μυστικό. Όμως, αν οι θέσεις εργασίας δεν δημιουργούνται από τις επιχειρήσεις, τότε από ποιον, άραγε, δημιουργού-
LE
MONDE
EΛΛΗΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ
diplomatique
νται; Προς ποια κατεύθυνση πρέπει, λοιπόν, να στραφούν οι προσπάθειές μας; Η απάντηση είναι ότι το «υποκείμενο» που έχει τη δυνατότητα να δημιουργήσει θέσεις εργασίας δεν πρέπει να αναζητηθεί ανάμεσα στους ανθρώπους. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για «μη υποκείμενο», για μια διαδικασία η οποία μας είναι γνωστότερη με το όνομα «οικονομική συγκυρία». Οποία απογοήτευση για όσους περίμεναν την είσοδο στη σκηνή ενός ήρωα πρωταγωνιστή!11 Πράγματι, η οικονομική συγκυρία είναι ένας συνολικός κοινωνικός μηχανισμός μέσα από τον οποίο δημιουργούνται ταυτόχρονα εισοδήματα, συνολικές δαπάνες και παραγωγή. Πρόκειται για ένα φαινόμενο συνάντησης κι απρόσωπης σύνθεσης μυριάδων ατομικών αποφάσεων: των νοικοκυριών που θα επιλέξουν να καταναλώσουν και όχι να αποταμιεύσουν και των επιχειρήσεων που θα επιλέξουν να προχωρήσουν σε επενδύσεις ή να τις αναβάλουν. Η σωφροσύνη μάς επιτάσσει να στρέψουμε την προσοχή μας σε μια απρόσωπη διαδικασία. Τι μεγάλο δράμα για τη νεοφιλελεύθερη σκέψη που ηρωοποιεί τον επιχειρηματία! Κι έχουμε σοβαρούς λόγους να ενδιαφερθούμε, και μάλιστα πολύ ενεργά, γι’ αυτήν τη διαδικασία, καθώς, σε έναν βαθμό, έχουμε τη δυνατότητα να την ελέγξουμε την οικονομική συγκυρία. Αυτήν ακριβώς τη δράση αποκαλούμε μακροοικονομική πολιτική. Όμως, απ’ ό,τι φαίνεται, η «σοσιαλιστική κυβέρνηση» δεμένη εκουσίως χειροπόδαρα από τους περιορισμούς που επιβάλλει η Ευρωπαϊκή Ένωση- έχει παραιτηθεί από οποιαδήποτε πρόθεση να κινηθεί προς αυτήν την κατεύθυνση. Το μόνο που της έχει απομείνει είναι να ακολουθεί τους υπόλοιπους στην κατρακύλα της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας που προωθούν οι επιχειρηματίες και να διατυπώνει τον εξής σοβαρό συλλογισμό: «Εάν οι θέσεις εργασίας δημιουργούνται από τις επιχειρήσεις, τότε πρέπει να φερόμαστε σε αυτές όσο καλύτερα μπορούμε». Οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι -δεδομένου του βάθους όπου έχει σφηνωθεί όλη αυτή η μπουρδολογία και της απίστευτης ταχύτητας με την οποία έρχεται στο στόμα των διάφορων «έγκριτων» αρθρογράφων- θα χρειαστεί πολύς χρόνος για να κατορθώσουμε να την εξαλείψουμε. Όμως, όταν αρχίσει η κάθαρση του δημόσιου λόγου από τις προφανείς αυτές αναλήθειες, οι οποίες συνδέονται προφανέστατα με μια ιδιαίτερη αντίληψη για την οικονομία, όταν απενεργοποιηθούν οι αυτοματισμοί της σκέψης που υπαγορεύονται από αυτές τις αναλήθειες, τότε η πολιτική ζωή θα γίνει καλύτερη, δηλαδή λίγο περισσότερο ορθολογική. Οι επιχειρήσεις δεν δημιουργούν την απασχόληση: «χρησιμοποιούν» την απασχόληση που καθορίζεται από την οικονομική συγκυρία. Αν επιθυμούμε να υπάρξει απασχόληση, πρέπει να ενδιαφερθούμε για την οικονομική συγκυρία και όχι για τις επιχειρήσεις. Άντε, όμως, να κατορθώσεις να χωρέσεις κάτι τέτοιο μέσα σε ένα «σοσιαλιστικό» κεφάλι... Βέβαια, είναι αλήθεια ότι, ανάμεσα στο πλήθος των αλλαγών στις οποίες θα πρέπει να προβούμε στο συμβολικό επίπεδο, οφείλουμε και να απαλλαγούμε από την κακή συνήθεια να θεωρούμε ότι το γαλλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα ανήκει στην Αριστερά, καθώς κι από την ακόμα χειρότερη να πιστεύουμε ότι το Σ.Κ. είναι η Αριστερά. Να μην ξεχνάμε, μάλιστα, ότι, αυτή τη στιγμή, το Σοσιαλιστικό
Αν επιθυμούμε να υπάρξει απασχόληση, πρέπει να ενδιαφερθούμε για την οικονομική συγκυρία και όχι για τις επιχειρήσεις. Άντε, όμως, να κατορθώσεις να χωρέσεις κάτι τέτοιο μέσα σε ένα «σοσιαλιστικό» κεφάλι...
Κόμμα καταβάλλει σημαντικές προσπάθειες ώστε να μην υπάρχει πλέον η παραμικρή αμφιβολία περί αυτού και να μπορούμε πλέον να το κατατάξουμε στη Δεξιά, σε μια γεμάτη κόμπλεξ όμως Δεξιά.12 Κι όπως πηγαίνουν τα πράγματα, σε λίγο θα αρχίσουμε να αναρωτιόμαστε πόσα είναι τελικά τα «κόμπλεξ» που έχουν απομείνει σ’ αυτήν τη σοσιαλφιλελεύθερη Δεξιά...
Το Σύμφωνο Υπευθυνότητας που πρότεινε τον Ιανουάριο ο Φρανσουά Ολάντ προσφέρει στις επιχειρήσεις ελάφρυνση των εργοδοτικών εισφορών κατά 30 δισεκατομμύρια ευρώ... με την ελπίδα ότι αυτές θα ευαρεστηθούν να δημιουργήσουν νέες θέσεις εργασίας. 1
(Σ.τ.Μ.) Αναφορά στη ναυτική τραγωδία του 1816 που περιέγραψε ο Ζερικό στον ομώνυμο διάσημο πίνακα. Αναφέρεται στην 2
εγκληματική απειρία του αριστοκράτη πλοίαρχου της φρεγάτας, ο οποίος, με την παλινόρθωση της μοναρχίας, ανέλαβε τη διοίκηση του πλοίου με μοναδικό κριτήριο τη συμμετοχή του στους κύκλους των βασιλοφρόνων εμιγκρέδων. Καθώς η Μέδουσα ήταν υπερφορτωμένη και οι βάρκες δεν έφταναν για όλους, 149 άτομα επιβιβάστηκαν σε μια σχεδία, χωρίς εφόδια, κι αφέθηκαν στην τύχη τους, με αποτέλεσμα να σημειωθούν απίστευτες καταστάσεις αλληλοσφαγής, παράκρουσης και ανθρωποφαγίας. Δήλωση του Ματιάς Φεκλ (Mathias Feckl), βουλευτή προσκείμενου στον υπουργό Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών και Εξωτερικού Εμπορίου Πιέρ Μοσκοβισί, η οποία αναφέρεται από τους Lénaïg Bredoux και Stéphane Alliès στο «L’ accord sur l’ emploi fracture la gauche», Médiapart, 6 Μαρτίου 2013. 3
Στην ομώνυμη νουβέλα του Πόε, όλοι οι πρωταγωνιστές αναζητούν πυρετωδώς ένα γράμμα τεράστιας σημασίας, το οποίο υποθέτουν ότι είναι κρυμμένο, τη στιγμή που αυτό είναι εκτεθειμένο σε κοινή θέα πάνω σε ένα γραφείο. 4
(Σ.τ.Μ.) Accord National Interprofessionnel: η συμφωνία, η οποία ισχυρίζονται ότι θα αποτελέσει ένα πολύτιμο εργαλείο «ευελιξίας» στην αγορά εργασίας, υπογράφηκε στις 11 Ιανουαρίου του 2013 από τους φορείς της εργοδοσίας και από υπερβολικά συντηρητικά συνδικάτα, όπως η CFDT και η CFTC. Η FO και η CGT αρνήθηκαν να την υπογράψουν. Η δε κυβέρνηση, οφείλει σύντομα να μετατρέψει το κείμενο της συμφωνίας σε σχέδιο νόμου και να το καταθέσει στη Βουλή. 5
6 (Σ.τ.Μ.) Stock-option: το δικαίωμα που δίνεται στα διευθυντικά στελέχη εισηγμένων εταιρειών να αγοράζουν σε εξαιρετικά προνομιακές τιμές μετοχές της εταιρείας τους, τις οποίες στη συνέχεια πωλούν, αποκομίζοντας μεγάλα κέρδη. 7 Βλέπε Gilles Balbastre, «Eternel refrain du travail le dimanche»,Le Monde diplomatique, Νοέμβριος 2013. 8 (Σ.τ.Μ.) Το όνομα Jean είναι το αντίστοιχο του Ιωάννης.
«Jean-Francois Roubaud: ‘Il faut passer au plus vite aux actes, avec des measures immédiates’»,Les Echos, Παρίσι, 3 Ιανουαρίου 2013. 9
10 «Παραγγελίες» εργασίας για τα νοικοκυριά των μισθωτών, παραγγελίες αγαθών και υπηρεσιών για τις επιχειρήσεις που είναι πελάτες τους. 11 (Σ.τ.Μ.) Στο αποκορύφωμα των ιδεών του νεοφιλελευθερισμού, τα γαλλικά -και ευρωπαϊκά- μέσα ενημέρωσης παρουσίαζαν τους μεγαλοεπιχειρηματίες ως πραγματικούς ήρωες εποποιιών, παρομοιάζοντας συχνά τις κόντρες τους με τις κονταρομαχίες των ιπποτών.
(Σ.τ.Μ) Ειρωνική αναφορά στην ακροδεξιά στροφή που πραγματοποίησαν, την τελευταία χρονιά της θητείας του, ο Νικολά Σαρκοζί και οι σκληροπυρηνικοί συνεργάτες και σύμβουλοί τους, οι οποίοι υποστήριζαν ότι η Δεξιά οφείλει πλέον να έχει μια «ακομπλεξάριστη στάση» απέναντι σε καυτά ζητήματα, όπως το μεταναστευτικό, η αστυνομοκρατία και η ομοφοβία, δηλαδή να μη διστάζει να ταυτίζεται με το Εθνικό Μέτωπο της Μαρίν Λεπέν. 12
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΡΙΒΟΠΟΥΛΟΣ
5/37
Η ΑΥΓΗ
ΚΥΡΙΑΚΗ 13 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2014
Πρώτα στηριγμένη στην αμερικανική ηγεμονία, στη συνέχεια ενσωματωμένη στον παγκοσμιοποιημένο χρηματοπιστωτικό καπιταλισμό, η Ευρώπη πλέον απειλείται με διάσπαση. Η όξυνση των ανισοτήτων μεταξύ των χωρών και των περιφερειών που τη συνθέτουν, μεταξύ του Βορρά και του Νό-
Tου Etienne Balibar*
H
Ευρώπη πέθανε, ζήτω η Ευρώπη; Από την αρχή αυτού του χρόνου, κατά τη διάρκεια του οποίου θα διεξαχθούν εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο -για πρώτη φορά με τη δυνατότητα εκλογής προέδρου της Κομισιόν- τα παράδοξα και οι ασάφειες του κοινοτικού οικοδομήματος διόλου δεν έλειψαν από την επικαιρότητα. Από τη μία πλευρά οι Κασσάνδρες προειδοποιούν ότι η Ευρώπη εξακολουθεί να απειλείται από παράλυση και διάλυση, αφού καμία από τις συνταγές που εφαρμόστηκαν δεν επέλυσε την εγγενή αντίφαση ενός πολιτικού οικοδομήματος, του οποίου η συστατική αρχή προϋποθέτει τον ανταγωνισμό ανάμεσα στα συμφέροντα των μελών του. Οι συνταγές αυτές διαιώνισαν την ύφεση, όξυναν τις ανισότητες μεταξύ των εθνών, των γενεών και των κοινωνικών τάξεων, επέφεραν εμπλοκή στα πολιτικά συστήματα και προκάλεσαν στους πληθυσμούς ριζική δυσπιστία απέναντι στο ίδιο το ευρωπαϊκό οικοδόμημα και τους θεσμούς του. Από την άλλη, οι οπαδοί της αυθυποβολής πιάνονται από κάθε «μη αρνητική» ένδειξη, προκειμένου να αναγγείλουν πως, για ακόμη μία φορά, το ευρωπαϊκό σχέδιο επωφελείται από τις κρίσεις για να αναζωογονηθεί, καθώς εν τέλει το γενικό συμφέρον επικρατεί έναντι των όποιων αποκλίσεων. Εκείνο που αναμφίβολα αποτελεί το αδύναμο σημείο τέτοιων διακηρύξεων είναι το γεγονός ότι, αν κοιτάξουμε από πιο κοντά όλες τις ενδείξεις που επικαλούνται (όπως την τραπεζική ένωση), αφορούν ημίμετρα, φορτωμένα με τόσους περιορισμούς όσους και νεωτερισμούς. Εκείνο που, ωστόσο, μας εμποδίζει να τις αντιμετωπίσουμε ως αστειότητες είναι η επιχειρηματολογία έκτακτης ανάγκης που βρίσκεται κρυμμένη πίσω τους: οι οικονομίες των ευρωπαϊκών εθνών είναι υπερβολικά αλληλοεξαρτημένες και οι κοινωνίες τους υπερβολικά υποταγμένες στους κοινοτικούς μηχανισμούς για να μην φοβούνται την καταστροφή που θα αντιπροσώπευε για όλους η αποσυναρμολόγηση της Ένωσης. Με τη σειρά της, όμως, η επιχειρηματολογία αυτή βασίζεται στην προϋπόθεση πως στην Ιστορία και στην πολιτική η συνέχεια υπερισχύει πάντοτε, κάτι που επίσης θα σήμαινε πως η κρίση έχει απλώς συγκυριακό χαρακτήρα. Oι εκτιμήσεις αυτές ακυρώνονται στο σύνολό τους και δεν μπορούν να δώσουν αφορμή για κάτι παραπάνω από ρητορικούς διαξιφισμούς. Τους λείπει η μεγαλύτερη ιστορική
* Ο Etienne Balibar είναι φιλόσοφος. Το τελευταίο βιβλίο του είναι το «Saeculum. Culture, religion, idéologie», (Galilée), Παρίσι, 2012.
βαθύτητα, ώστε να κατανοήσουμε ποια καμπή, σε μια διαδικασία που διαρκεί παραπάνω από μισόν αιώνα, σηματοδοτεί την τρέχουσα «μεγάλη κρίση». Τους λείπουν οι μεγαλύτερες απαιτήσεις κατά την ανάλυση των αντιφάσεων που η κρίση αυτή αποκαλύπτει στην καρδιά του θεσμικού οικοδομήματος, ιδίως όσον αφορά την ενσωμάτωση των δια-
του, στην πράξη αντικατέστησε την παλαιά διαίρεση μεταξύ Δύσης και Ανατολής. Η Γερμανία βασιλεύει στην καρδιά αυτού του διεθνικού χώρου, όπου κάθε κράτος γίνεται ο δυνάμει θηρευτής των γειτόνων του. Τι να κάνουμε, λοιπόν;
στιγμή αβέβαιες. Ας επιμείνουμε εδώ σε δύο δεδομένα, το ένα γνωστό στους ιστορικούς, το άλλο υποτιμημένο στις αντιπαραθέσεις μεταξύ υποστηρικτών και αντιπάλων της ομοσπονδοποίησης, ιδίως όταν περιορίζονται στο σχέδιο της νομικής αρχιτεκτονικής. Η ιστορία της ευρωπαϊκής οικοδόμησης είναι αρκούντως μακρά ώστε να έχει διατρέξει
κυριαρχεί στην κοινοτική πολιτική εδώ και είκοσι χρόνια -ή ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, καθώς οι εντάσεις αυτές, τόσο εθνικές όσο και κοινωνικές, έχουν όντως φτάσει σε σημείο ρήξης. Έχει ξεκινήσει μια περίοδος αβεβαιότητας και διακυμάνσεων -και μαζί της το ενδεχόμενο μιας αλλαγής κατεύθυνσης υπό όρους ακόμη απρόβλεπτους.
Μια νέα δυναμική, αλλά για ποια Ευρώπη; φορετικών πολιτικών στρατηγικών και οικονομικών μεθόδων. Τέλος, τους λείπει η μεγαλύτερη ριζοσπαστικότητα κατά την αποτίμηση των ήδη υλοποιημένων μετασχηματισμών, στο επίπεδο όχι μόνο του καταμερισμού των εξουσιών, αλλά και του καθορισμού των πρωταγωνιστών και του πεδίου αντιπαράθεσης μεταξύ εναλλακτικών σχεδίων. Δεν με αφήνει ικανοποιημένο ένα τέτοιο σκαρίφημα για τη διαπραγμάτευση του ζητήματος, θα σκιαγραφήσω όμως όσα μου φαίνεται ότι συνιστούν τις τρεις κυριότερες διαστάσεις για την ανάλυση της κρίσης και της επίλυσής της, με τη μία ή την άλλη έννοια. Η πρώτη διάσταση αφορά την Ιστορία, χωρίς την οποία δεν θα αντιλαμβανόμασταν ούτε σε ποιες πραγματικές τάσεις -που δεν μπορούν να απλοποιηθούν σε ένα «πρόταγμα» ή σε ένα «σχέδιο»- ανταποκρίνεται ο μετασχηματισμός της Ευρώπης σε ένα μετα-εθνικό σύστημα, ούτε γιατί η κατάληξη, ακόμη και η ίδια η μορφή του, παραμένουν έως και αυτή τη
Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, προσανατολισμένη προς την κατεύθυνση ενός οιονεί συνταγματικού νεοφιλελευθερισμού, υποσκάπτει τους ίδιους τους πολιτικούς και ηθικούς όρους ύπαρξής της
πολλές διαφορετικές φάσεις, στενά συνδεδεμένες με τους μετασχηματισμούς του «παγκόσμιου συστήματος».1 Είναι εύκολο να τις εντοπίσουμε από την αντιστοιχία μεταξύ των διαδοχικών επεκτάσεων του ευρωπαϊκού συστήματος και την αυξανόμενη πολυπλοκότητα των θεσμών που διασφαλίζουν την ολοκλήρωση, ενώ ταυτόχρονα διευθετούν τις ασταθείς ισορροπίες μεταξύ εθνικής κυριαρχίας και κοινοτικής διακυβέρνησης. Θα διακρίναμε, λοιπόν, τρεις φάσεις: η μία, εκείνη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα, την επομένη των γεγονότων του 1968 και της πετρελαϊκής κρίσης (χωρίς να ξεχνάμε το θανατηφόρο πλήγμα του Ρίτσαρντ Νίξον στο καθεστώς του Μπρέτον Γουντς2). Η άλλη, από τις αρχές της δεκαετίας του 1970 έως την πτώση του σοβιετικού συστήματος και την επανένωση της Γερμανίας, το 1990. Και η τρίτη, τέλος, από τη διεύρυνση προς τα ανατολικά έως τη στιγμή του ξεσπάσματος της κρίσης, με το σκάσιμο της αμερικανικής κερδοσκοπικής φούσκας και, όσον αφορά την Ευρώπη, τη χρεοκοπία της Ελλάδας, η οποία περιορίστηκε την τελευταία ώρα, το 2010, υπό τις συνθήκες που γνωρίζουμε. Σηματοδοτεί, άραγε, αυτή η χρονική στιγμή την είσοδο σε μια νέα φάση; Νομίζω πως ναι, ακόμη κι αν οι εντάσεις που παρατηρούμε δεν προέρχονται παρά από την εξαναγκαστική είσοδο στην παγκοσμιοποίηση, η οποία
Εξ ου και η σημασία του δεύτερου δεδομένου. Είναι λάθος να θεωρούμε ότι η εξέλιξη του ευρωπαϊκού οικοδομήματος ακολουθεί γραμμική πορεία, με μόνες μεταβλητές την πρόοδο ή την υστέρηση του «σχεδίου». Απεναντίας, κάθε φάση περιλαμβάνει προστριβές ανάμεσα σε διαφορετικές μεταξύ τους πορείες. Η αρχική φάση, μετά το 1945, εντάσσεται στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου, αλλά και της ανασυγκρότησης του βιομηχανικού ιστού και της θέσπισης συστημάτων κοινωνικής πρόνοιας στη Δυτική Ευρώπη. Εμπεριέχει μια σφοδρή ένταση ανάμεσα στην ένταξη στην αμερικανική σφαίρα επιρροής και στην αναζήτηση γεωπολιτικής και γεωοικονομικής αναγέννησης της Ευρώπης (που είναι συνδεδεμένη, εκ των πραγμάτων, με την τελειοποίηση του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου) -αυτή η δεύτερη τάση είναι που υπερισχύει στην πράξη, εντός καπιταλιστικού πλαισίου, βεβαίως. Το ίδιο ισχύει, με αντίστροφα αποτελέσματα, στην τρέχουσα φάση, όχι προς όφελος της αμερικανικής ηγεμονίας, αλλά της ενσωμάτωσης στον παγκοσμιοποιημένο χρηματοπιστωτικό καπιταλισμό. Στη Γερμανία είναι που παίχτηκε η αποφασιστική παρτίδα, σηματοδοτημένη από την προσχώρηση του καγκεΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΗ ΣΕΛΙΔΑ 6
LE
MONDE
EΛΛΗΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ
diplomatique
λαρίου Γκέρχαρντ Σρέντερ (1998-2005) στην αντίληψη της βιομηχανικής ανταγωνιστικότητας μέσω των χαμηλών μισθών. Το αποφασιστικό ζήτημα, όμως, είναι να κατανοήσουμε πώς καθορίζονται οι επιλογές και πώς μεταβλήθηκε ο συσχετισμός δυνάμεων στην ενδιάμεση φάση, εκείνη της γαλλογερμανικής συγκυριαρχίας και της «Μεγάλης Κομισιόν» υπό την προεδρία του Ζακ Ντελόρ (1985-1995). Πράγματι, κατά τη διάρκεια της συγκεκριμένης περιόδου είναι που διαμορφώθηκε το σχέδιο μιας διπλής υπερεθνικής εξέλιξης, με τη δημιουργία του ενιαίου νομίσματος και την ανάπτυξη της «κοινωνικής Ευρώπης», που υποτίθεται ότι θα συγκροτούσαν τους δύο πυλώνες της «μεγάλης αγοράς». Γνωρίζουμε ότι στην πράξη το πρώτο κατέστη ο κεντρικός θεσμός της Ένωσης (έστω και αν δεν συμμετέχουν όλα τα κράτη - μέλη σε αυτό), ενώ η άλλη περιορίστηκε στις τυπικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας. Απαιτείται ένα λεπτομερές ιστορικό αυτής της μεταστροφής, το οποίο θα αναδεικνύει όχι μόνο τις ατομικές ευθύνες, αλλά και τα αντικειμενικά πολιτικά αίτια -ανάμεσα στα οποία, δίπλα στις πιέσεις του νεοφιλελευθερισμού, δεν πρέπει να ξεχνάμε την ανικανότητα του ευρωπαϊκού συνδικαλιστικού κινήματος να ασκήσει επιρροή στις κοινοτικές αποφάσεις, εδραιωμένη τόσο στον τοπικισμό των συνιστωσών του όσο και στον άνισο συσχετισμό των δυνάμεων, τη στιγμή που πολλαπλασιάζονταν οι μετεγκαταστάσεις παραγωγικών μονάδων. Ιδού ένα σημαντικό δίδαγμα για το μέλλον. Το ευρωπαϊκό οικοδόμημα πάντοτε παρουσιάζει εναλλακτικές λύσεις. Όμως η δυνατότητα εκμετάλλευσής τους εξαρτάται από δυνάμεις και σχέδια που δεν είναι πάντοτε συνεπή στο ραντεβού. Η δεύτερη διάσταση είναι η οικονομία, υπό την προϋπόθεση ότι την εννοούμε στο σύνολο των ορισμών της. Κάτι που καταρχάς σημαίνει πως δεν υπάρχει οικονομία χωρίς κάποια κοινωνική διάσταση και τις μεροληψίες που συνεπάγεται: υπέρ ή κατά μιας συγκεκριμένης διάρθρωσης των ανισοτήτων και των επενδύσεων, υπέρ αυτού ή του άλλου τρόπου δόμησης της κατανάλωσης και των κοινωνικών σχέσεων μέσα στην επιχείρηση, υπέρ ή κατά της προστασίας των εργαζομένων και των επαγγελματικών προσόντων τους έναντι των κινδύνων της ελαστικότητας. Και, συνεπώς, δεν υπάρχει διαχωρισμός μεταξύ οικονομίας και πολιτικής: όχι μόνο επειδή καμία πολιτική δεν μπορεί να προσδιοριστεί ανεξάρτητα από τους εκάστοτε οικονομικούς περιορισμούς, κάτι που όλος ο κόσμος είναι πρόθυμος να παραδεχθεί, αλλά κυρίως επειδή δεν υπάρχει οικονομία που να μην αποτελεί ταυτόχρονα ένα σύνολο (συλλογικών) επιλογών και το αποτέλεσμα ενός συσχετισμού δυνάμεων. Προφανώς, η νεοφιλελεύθερη ρητορεία δεν παύει να αρνείται αυτήν την αλληλεξάρτηση, εν ονόματι της αντίληψης ότι «δεν υπάρχει εναλλακτική λύση» στις απαιτήσεις της χρηματοπιστωτικής κερδοφορίας. Όμως, αυτή η ρητορεία αποτελεί ακριβώς το εργαλείο του συσχετισμού των δυνάμεων. Μερικές δεκαετίες μετά την εφαρμογή του μοντέλου, εξαιτίας της πίεσης των αγορών, του προσηλυτισμού των κυβερνήσεων στην «πολιτική της προσφοράς» και της συντονισμένης δράσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, μπορούμε να παρατηρήσουμε τις επιπτώσεις του. Οδηγεί την ευρωπαϊκή κοινωνία στα πρόθυρα της ρή-
Το σύστημα αυτό ποτέ δεν ήταν σταθερό, όμως η τρέχουσα κρίση το αποσταθεροποίησε ακόμη περισσότερο, κάνοντας να αναφανεί εντός του μια οιονεί ηγεμονική αρχή: η «ανεξάρτητη» Κεντρική Τράπεζα
ξης και τους πληθυσμούς της στην απελπισία, δίχως να προσφέρει, παρ’ όλα αυτά, στην οικονομία της, εξεταζόμενη ως σύνολο, κανένα πραγματικό πλεονέκτημα στο πλαίσιο του διεθνούς ανταγωνισμού. Ας προσπαθήσουμε να γίνουμε πιο σαφείς. Μία από τις πηγές κεφαλαιακής κερδοφορίας στην Ευρώπη βασίζεται σήμερα σε μια ιδιαίτερη μορφή εκείνου που ορισμένοι μαρξιστές έχουν αποκαλέσει «συσσώρευση μέσω της αποστέρησης»,3 με τη διαφορά ότι οι πόροι στους οποίους στοχεύει δεν αφορούν πλέον παραδοσιακά «κοινά αγαθά» ή ατομικές ιδιοκτησίες, αλλά συνίστανται σε ένα σύνολο δικαιωμάτων και δυνατοτήτων πρόσβασης σε δημόσιες υπηρεσίες που διαμορφώνονται ως «κοινωνική ιδιοκτησία».4 Από τα τέλη του 19ου αιώνα οι ταξικοί αγώνες και η κοινωνική πολιτική εξασφάλισαν στις εργαζόμενες τάξεις ένα βιοτικό επίπεδο υψηλότερο από το ελάχιστο που προσδιοριζόταν από τον «ελεύθερο και ανόθευτο ανταγωνισμό» -και το οποίο επίσης προϋπέθετε έναν βαθμό περιορισμού των κοινωνι-
κών ανισοτήτων. Σήμερα, στο όνομα της ανταγωνιστικότητας και του ελέγχου του δημόσιου χρέους, παρακολουθούμε μια διπλή κίνηση προς την αντίθετη κατεύθυνση. Τα πραγματικά εισοδήματα από την εργασία πρέπει να συμπιεστούν και η ίδια η εργασία να μετατραπεί σε προσωρινή, προκειμένου να γίνει πιο «ανταγωνιστική», ενώ ταυτόχρονα συνεχίζεται η επέκταση της μαζικής κατανάλωσης, βασιζόμενη στην αγοραστική δύναμη των μισθωτών ή, ελλείψει αυτής, στη δυνατότητα δανεισμού τους. Αναμφίβολα, μπορούμε να φανταστούμε ότι κάποιες στρατηγικές, τόσο εκείνη του διαχωρισμού σε «ζώνες» όσο και εκείνη της κοινωνικής ή γενεακής διαφοροποίησης, επιτρέπουν να μετατεθεί στο μέλλον η έκρηξη της αντίφασης μεταξύ αυτών των στόχων. Ωστόσο, αυτή η αντίφαση εν τέλει δεν μπορεί παρά να οξύνεται όλο και περισσότερο, για να μην μιλήσουμε για τους συστημικούς κινδύνους που εμπεριέχει η οικονομία του χρέους. Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, προσανατολισμένη με αυτόν τον τρόπο προς την κατεύθυνση ενός οιονεί συνταγματικού νεοφιλελευθερισμού, έχει και μια άλλη επίπτωση, η οποία υποσκάπτει τους ίδιους τους πολιτικούς και ηθικούς όρους ύπαρξής της. Υπήρξε μια στιγμή κατά την οποία η δυνατότητα υπέρβασης των ιστορικών ανταγωνισμών στους κόλπους ενός μεταεθνικού οικοδομήματος με διαμοιρασμένη κυριαρχία προϋπέθετε, τουλάχιστον ως τάση, μια σύγκλιση μεταξύ των κρατών, από την τριπλή σκοπιά της συμπληρωματικότητας των δυνατοτήτων τους, της εξισορρόπησης των πόρων τους και της αμοιβαίας αναγνώρισης των δικαιωμάτων τους: τότε, ακριβώς, ο θρίαμβος της αρχής του ανταγωνισμού προκάλεσε μια διαρκή επιδείνωση των ανισοτήτων. Αντί για μια από κοινού ανάπτυξη των περιφερειών της Ευρώπης, γινόμα-
στε μάρτυρες μιας πόλωσης, την οποία η κρίση επέτεινε δραματικά. Η κατανομή του βιομηχανικού δυναμικού, της απασχόλησης και των ευκαιριών για επιτυχία, των δικτύων εκπαίδευσης γίνεται ολοένα και πιο άνιση. Σε τέτοιο βαθμό που θα μπορούσαμε να πούμε, παρατηρώντας τη διαδρομή της ηπείρου στο σύνολό της από το 1945, ότι η μεγάλη διαίρεση μεταξύ Νότου και Βορρά αντικατέστησε τη μεγάλη διαίρεση μεταξύ Ανατολής και Δύσης, έστω και αν ο διαχωρισμός δεν υλοποιείται με την ύπαρξη ενός τείχους, αλλά μάλλον με τη μονομερή αφαίμαξη πόρων. Ποια θέση έχει η Γερμανία σε αυτό το σύστημα που βασίζεται στην ανισομερή ανάπτυξη; Ήταν προβλέψιμο το γεγονός ότι η επανένωση της χώρας μετά από μισό αιώνα διχοτόμησης θα επέφερε αναζωπύρωση του εθνικισμού, όπως προβλέψιμο ήταν και ότι η ανασύσταση μιας Μεσευρώπης, μέσα στην οποία οι γερμανικές επιχειρήσεις και οι υπεργολάβοι τους μπόρεσαν να επωφεληθούν στο μέγιστο βαθμό από το εργατικό δυναμικό «με χαμηλό ημερομίσθιο και υψηλή τεχνολογική ικανότητα»,5 δημιουργεί ανταγωνιστικό πλεονέκτημα σε σχέση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες. Ωστόσο, δεν ήταν αναπόφευκτο να μετασχηματιστούν αυτοί οι δύο παράγοντες σε πολιτική ηγεμονία (έστω και «με μισή καρδιά», σύμφωνα με την κοινοτοπία του συρμού).6 Αυτό συναρτάται με την καίρια θέση που η Γερμανία κατάφερε να καταλάβει ανάμεσα στην προς ίδιο όφελος χρήση των πόρων της ευρωπαϊκής οικονομίας ή και των αδυναμιών της (όπως συμβαίνει με τη δυνατότητα δανεισμού με αρνητικό επιτόκιο από τις χρηματοπιστωτικές αγορές, το οποίο αντισταθμίζεται με τα υψηλά επιτόκια άλλων ευρωπαϊκών χωρών) και στην ειδίκευση της βιομηχανίας της σε εξαγωγές εκτός Ευρώπης. Με αυτό τον τρό-
7/39
Η ΑΥΓΗ
ΚΥΡΙΑΚΗ 13 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2014
πο, βρίσκεται -προς στιγμήν- στο σημείο όπου συσσωρεύονται τα εθνικά πλεονεκτήματα της ανισομερούς ανάπτυξης, ιδίως καθώς είναι συγκριτικά- λιγότερο μπλεγμένη σε σχέση με άλλους (ιδίως τη Γαλλία) στη χρηματιστικοποίηση νεοφιλελεύθερου τύπου.7 Οι συνέπειες, όμως, της ηγεμονίας έχουν άλλα αίτια: από την ανυπαρξία μηχανισμών συλλογικής διαβούλευσης και επεξεργασίας «κοινοτικών» οικονομικών πολιτικών έως την ανοησία της αμυντικής στάσης που κρατούν οι υπόλοιπες κυβερνήσεις (ιδίως οι γαλλικές, που δεν εξετάζουν ούτε για μια στιγμή το ενδεχόμενο να στρατευθούν υπέρ εναλλακτικών μορφών ανάπτυξης των υπερεθνικών θεσμών). Επιπλέον τούτες οι συνέπειες της ηγεμονίας έρχονται να προστεθούν στο σχίσμα μεταξύ της «Ευρώπης των πλουσίων» και της «Ευρώπης των φτωχών»: γίνονται πλέον μέρος των δομικών εμποδίων που μπαίνουν στον δρόμο της ευρωπαϊκής οικοδόμησης. Και δεν είναι η έγνοια για την «επανεκκίνηση της Ευρώπης», η οποία κατά περιόδους αποδίδεται στην καγκελάριο Άνγκελα Μέρκελ, που θα αλλάξει τα πράγματα. Το «γερμανικό ζήτημα» θα υφίσταται για πολύ καιρό ακόμα στην Ευρώπη. Υπάρχει, ωστόσο, κάτι παράδοξο στη σημερινή κατάσταση από τη σκοπιά της ιδεολογίας και των σκοπών του νεοφιλελευθερισμού. Τη στιγμή που διαγράφεται κάποια μεταστροφή της συγκυρίας και που οι οικονομολόγοι του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου ενώνουν τη φωνή τους με τους επικριτές της λιτότητας -η οποία τρέφει την ύφεση και επιδεινώνει την αφερεγγυότητα των υπερχρεωμένων κρατών- η Ευρώπη ως οικονομική ενότητα μοιάζει να βρίσκεται σε μία από τις χειρότερες θέσεις στον κόσμο όσον αφορά την επανεκκίνηση της οικονομικής δραστηριότητας. Για αυτό το παράδοξο σίγουρα δεν υπάρχει απλή εξήγηση, μπορούμε όμως να διατυπώσουμε ορισμένα ιδεολογικά αίτια. Κάποια παραπέμπουν στην προβολή πάνω στο ενιαίο νόμισμα του ορντολιμπεραλιστικού8 μοντέλου της απόλυτης ανεξαρτησίας της ΕΚΤ σε σχέση με τους στόχους «πραγματικής» οικονομικής πολιτικής. Κάποια άλλα παραπέμπουν σε ένα είδος ένοχης συνείδησης των αρχουσών τάξεων της Ευρώπης, οι οποίες, αφού πρώτα χρειάστηκε να υποκύψουν περισσότερο από άλλες σε δημόσιες πολιτικές κεϊνσιανικού τύπου, αντιλαμβάνονται κάθε ανάκαμψη της οικονομίας που συμβαίνει μέσω της ενίσχυσης της ζήτησης και της ανόδου του βιοτικού επιπέδου των λαϊκών τάξεων ως θανάσιμο κίνδυνο μετάπτωσης στη λογική του «κοινωνικού» καπιταλισμού. Τελικά, πιστεύω ότι δεν πρέπει να αποκλείουμε μια εκτίμηση άλλου είδους, πιο δυσοίωνη, που σκιαγραφείται από το πείσμα με το οποίο επιδιώχθηκε η κατεδάφιση και η αποικιοποίηση της ελληνικής οικονομίας με πρόσχημα τις «διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις». Πρόκειται για την αντίληψη ότι, όσο αρνητικές κι αν είναι οι συνέπειες της λιτότητας και του μονεταρισμού όσον αφορά τη γενική ευημερία, τουλάχιστον προετοιμάζουν τις συνθήκες για αυξημένη κερδοφορία ορισμένων επενδύσεων (ή ορισμένων κεφαλαίων): εκείνων που, είτε «ευρωπαϊκά» είτε όχι, είναι ήδη σε μεγάλο βαθμό αποσυνδεδεμένα από συγκεκριμένες επικράτειες και μπορούν ανά πάσα στιγμή να μεταφέρουν τις δραστηριότητές τους από το ένα μέρος στο άλλο. Προφανώς, η εκτίμηση αυτή δεν είναι πολιτικά βιώσιμη,
Η Ευρώπη ως οικονομική ενότητα μοιάζει να βρίσκεται σε μία από τις χειρότερες θέσεις στον κόσμο όσον αφορά την επανεκκίνηση της οικονομικής δραστηριότητας
παρά μόνο καθ’ όσο η «δημιουργική καταστροφή» δεν προσβάλλει σε βάθος τον κοινωνικό ιστό και τη συνοχή των κυρίαρχων χωρών, κάτι που κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί. Εφαρμοζόμενο στην Ευρώπη, το νεοφιλελεύθερο σχέδιο δεν καταλήγει στον μετασχηματισμό του αντικειμένου του: οδηγεί στον αφανισμό του. Όσα προηγήθηκαν ήδη εξηγούν πώς συνδυάζονται οι διαστάσεις της κρίσης ώστε να οδηγήσουν το ευρωπαϊκό οικοδόμημα σε ένα σημείο καμπής που εμπεριέχει τις δυνατότητες για μια καινούργια φάση, σύμφωνα όμως με ριζικά ασύμβατους μεταξύ τους προσανατολισμούς. Ωστόσο, ούτε η αποκρυστάλλωση της σύγκρουσης ούτε και η εξέλιξή της μπορούν να γίνουν έξω από έναν πολιτικό χώρο αντιπαράθεσης και αντιπροσώπευσης. Είναι ξεκάθαρο ότι και οι δύο εξαρτώνται από τον τρόπο που θα επιλυθεί ένα διπλό πρόβλημα νομιμοποίησης και δημοκρατίας. Πρόκειται για την τρίτη διάσταση, πάνω στην οποία θα ήθελα να επιμείνω. Πώς να την προσεγγίσουμε με ρεαλιστικό τρόπο; Πρώτα απ’ όλα, πρέπει να ξεφύγουμε από την αντιπαράθεση ανάμεσα στον «εθνικά κυρίαρχο» και τον «ομοσπονδιακό» λόγο, η οποία βασίζεται σε μια αντίθεση μεταξύ δύο εξίσου φαντασιακών καταστάσεων: από τη μία της αντίληψης περί εθνικών κοινοτήτων, κατά κάποιον τρόπο φυσικών, στις οποίες είναι πάντα δυνατό να επιστρέφουμε, ώστε να θεμελιώνουμε τη νομιμότητα των θεσμών πάνω στην έκφραση της συλλογικής βούλησης. Από την άλλη, της αντίληψης ενός οιονεί ευρωπαϊκού δήμου,9 ο οποίος καλείται να συγκροτηθεί και να εκφραστεί επειδή υπάρχει μια δομή εκπροσώπησης σε υπερεθνικό επίπεδο. Η πρώτη αντίληψη όχι μόνο αγνοεί τις συνθήκες μέσα στις οποίες η εθνική κυριαρχία μεταγράφει την ικανότητα άσκησης επιρροής, για την πλειοψηφία του λαού, στις επιλογές των κυβερνώντων, αλλά επίσης συντηρεί και τη φαντασίωση μιας αμετάβλητης νομιμοποίησης του έθνους-κράτους ως του μόνου πλαισίου μέσα στο οποίο οι πολίτες είναι σε θέση να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους. Και αντίστροφα, η δεύτερη αντίληψη παραμένει προσκολλημένη σε μια διαδικαστική σύλληψη της νομιμοποίησης. Δεν αναρωτιέται κατά κανέναν τρόπο ποιες πολιτικές διαδικασίες επένδυσαν ουσιαστικά τη δημοκρατική αντιπροσώπευση με μια συντακτική λειτουργία μέσα στην ιστορία των εθνών-κρατών. Πρέπει να ληφθεί υπ’ όψη το γεγονός ότι το ευρωπαϊκό πολιτικό σύστημα, όσο ασυνάρτητο κι αν μοιάζει, είναι ήδη ένα μεικτό σύστημα, στο οποίο υπάρχουν πολλά επίπεδα ευθύνης και εξουσίας: είναι πολύ πιο ομοσπονδιακό απ’ όσο αντιλαμβάνεται η πλειοψηφία των πολιτών, αλλά λιγότερο δημοκρατικό απ’ όσο διατείνεται, εφόσον η κατανομή των εξουσιών μεταξύ των κοινοτικών και των εθνικών αρχών επιτρέπει στην καθεμία από αυτές να οργανώνει την αποφυγή καταλογισμού ευθυνών και εμποδίζει τον σχηματισμό αντίρροπων εξουσιών. Το σύστημα αυτό ποτέ δεν ήταν σταθερό, όμως η τρέχουσα κρίση το αποσταθεροποίησε ακόμη περισσότερο, κάνοντας να αναφανεί εντός του μια οιονεί ηγεμονική αρχή: η «ανεξάρτητη» Κεντρική Τράπεζα, με στόχο της τη συνάρθρωση των δημόσιων οικονομικών των κρατών-μελών με τη διεθνή χρημα-
τοπιστωτική αγορά. Η αύξηση της ισχύος της δεν αντανακλά ούτε την απλή επέκταση της τεχνοκρατίας ούτε μόνο την επιβολή του ιδιωτικού καπιταλισμού. Πρόκειται μάλλον για μια απόπειρα «επανάστασης εκ των άνω», σε μια εποχή όπου η πολιτική εξουσία δεν διαχωρίζεται πλέον από την οικονομική, και ιδίως τη χρηματοπιστωτική, εξουσία.10 Το ουσιαστικό ζήτημα είναι να μάθουμε αν μπορεί να καταλήξει σε ένα νέο καθεστώς κυριαρχίας και ποιες εναλλακτικές λύσεις μπορούμε να προτείνουμε. Εξ ου και η δεύτερη παρανόηση που είναι σημαντικό να ξεκαθαρίσουμε και η οποία αφορά τις σχέσεις μεταξύ νομιμοποίησης και δημοκρατίας. Αν επιθυμούμε έναν ρεαλιστικό, όχι ιδεολογικό, ορισμό της νομιμοποίησης των πολιτικών συστημάτων, δεν μπορούμε να ισχυριστούμε πως η μόνη αποτελεσματική νομιμοποίηση είναι εκείνη που παρέχουν οι δημοκρατικές διαδικασίες: ολόκληρη η ανθρώπινη ιστορία καταδεικνύει το αντίθετο. Γνωρίζουμε ότι, κατά τις επονομαζόμενες καταστάσεις εξαίρεσης, αυταρχικές δομές διαφόρων ειδών υιοθετούν την τάση να διεκδικούν και να αποκτούν την εκπροσώπηση της εξουσίας των πληθυσμών, με ή χωρίς συνταγματική διαδικασία. Εκείνο που, ωστόσο, εντυπωσιάζει στην παρούσα συγκυρία είναι πως η επείγουσα ανάγκη να προφυλαχθεί το ενιαίο νόμισμα απέναντι στις κερδοσκοπικές επιθέσεις και, αντίστοιχα, να ρυθμιστεί κάπως ένα χρηματοπιστωτικό σύστημα που είχε ξεφύγει από κάθε έλεγχο, δεν πρόσφερε καθόλου επιπλέον νομιμοποίηση στην Κομισιόν των Βρυξελλών. Κατά συνέπεια, απέναντι στις «κατ’ εξαίρεση» πρωτοβουλίες της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) και του προέδρου της, οι κυβερνήσεις ή οι αρχηγοί των κρατών μπόρεσαν να παρουσιαστούν ως οι μόνοι που ενσαρκώνουν τη λαϊκή κυριαρχία και τα δικαιώματα των λαών, τα οποία διαχειρίζονται κατά βούληση. Η δημοκρατία ψαλιδίστηκε ταυτόχρονα και από τις δύο πλευρές και το πολιτικό σύστημα στο σύνολό του έκανε ένα σημαντικό βήμα προς την κατεύθυνση του «αποδημοκρατισμού». Η εμπειρία αυτή επιβάλλει μια επανεξέταση των μηχανισμών και των ιστορικών αιτίων που είχαν αποτελέσει τη βάση του προνομίου των εθνών - κρατών όσον αφορά τη νομιμοποίηση της εξουσίας. Για να το πούμε με λίγα λόγια, ένα μέρος αυτών των αιτίων παραπέμπει στη συναισθηματική ισχύ της ίδιας της εθνικής ή εθνικιστικής ιδεολογίας, ιδίως -αλλά όχι μόνοστις κοινωνίες οι οποίες σφυρηλάτησαν τη συλλογική συνείδησή τους μέσα από την αντίσταση σε διαδοχικούς ιμπεριαλισμούς που προσπαθούσαν να αφανίσουν την ταυτότητά τους και να σβήσουν την Ιστορία τους. Όμως, μέσω αυτής της εκ του μακρόθεν εξέτασης, ένας άλλος παράγοντας αποκτά στρατηγική σημασία, στο μέτρο που καταδεικνύει ταυτόχρονα γιατί το μόρφωμα «έθνος» δεν διαθέτει τη δυνατότητα απόλυτης νομιμοποίησης και γιατί η δημοκρατική νομιμοποίηση του έθνους - κράτους παραμένει εξαρτημένη από κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες και όχι απλά από μορφές της αντιπροσωπευτικής διαδικασίας ή από την ιδέα της «λαϊκής κυριαρχίας». Ο παράγοντας αυτός είναι -ιδιαίτερα στις χώρες της ευρωπαϊκής Δύσης- το γεγονός ότι ο μετασχηματισμός του κράτους χωροφύλακα σε κοινωνικό κράτος έλαβε τη μορφή της συγκρότησης ενός εθνικού κοινωνικού κράτους, όπου η κατάκτηση κοινωνικών
LE
MONDE
8/40
Η ΑΥΓΗ
diplomatique
δικαιωμάτων συνδυαζόταν στενά με την κατά περιόδους ανασυγκρότηση του εθνικού ανήκειν (όπως συνέβη ιδιαίτερα μετά τους δύο Παγκόσμιους Πολέμους και, στη Γαλλία, μετά τους αποικιακούς πολέμους11). Αυτό εξηγεί ταυτόχρονα γιατί η μεγάλη μάζα των πολιτών είδε στο έθνος το μόνο πλαίσιο αναγνώρισης και ενσωμάτωσης στην κοινότητα και γιατί αυτή η διάσταση της εθνικότητας που έχει να κάνει με τον πολίτη διαβρώνεται (ή εκφυλίζεται σε «λαϊκισμό», εδραιωμένο στον αποκλεισμό των ξένων) όταν το κράτος στην πράξη αρχίζει να λειτουργεί όχι ως το κέλυφος της κοινωνικής ιθαγένειας, αλλά ως ο ανίσχυρος θεατής του εξευτελισμού του ή το γεμάτο ζήλο όργανο της κατεδάφισής του. Η κρίση της δημοκρατικής νομιμοποίησης στην Ευρώπη σήμερα εντοπίζεται, λοιπόν, συγχρόνως στο δεδομένο ότι τα έθνη - κράτη δεν διαθέτουν πλέον ούτε τα μέσα ούτε τη βούληση να υπερασπιστούν ή να ανανεώσουν το «κοινωνικό συμβόλαιο» και στο δεδομένο ότι οι αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν έχουν καμία διάθεση να διερευνήσουν τη μορφή και το περιεχόμενο μιας κοινωνικής ιθαγένειας ανώτερου επιπέδου -εκτός και αν κάποια στιγμή αναγκαστούν να το κάνουν εξαιτίας μιας εξέγερσης του πληθυσμού ή της συνειδητοποίησης των πολιτικών και πνευματικών κινδύνων που διατρέχει η Ευρώπη από τον συνδυασμό μιας «εκ των άνω» ασκούμενης δικτατορίας εκ μέρους των χρηματοπιστωτικών αγορών και μιας αντιπολιτικής δυσαρέσκειας «εκ των κάτω», εξαιτίας της αυξανόμενης επισφάλειας των συνθηκών ζωής, της περιφρόνησης της εργασίας και της λεηλασίας των προοπτικών του μέλλοντος. Η περιγραφή, όμως, του αδιεξόδου αυτού περιλαμβάνει και μερικά μαθήματα, έστω και διόλου συγκροτημένα, σχετικά με τους τρόπους εξόδου από αυτό. Όποια κι αν είναι η χρονική διάρκεια και η πίκρα των χαμένων ευκαιριών, μπορούμε να ελπίζουμε ότι η απαισιοδοξία της εμπειρίας δεν θα ακυρώσει πλήρως τις διεξόδους της επινοητικότητας -που προκύπτουν επίσης και από μια καλύτερη κατανόηση των γεγονότων. Η εισαγωγή δημοκρατικών στοιχείων στους κοινοτικούς θεσμούς θ’ αποτελούσε ήδη ένα αντίβαρο στην εν εξελίξει «συντηρητική επανάσταση».12 Όμως, μια τέτοια κίνηση δεν θέτει ταυτόχρονα και νέους πολιτικούς όρους. Αυτοί θα προέλθουν μόνο από μια ταυτόχρονη, πανευρωπαϊκή ώθηση της κοινής γνώμης υπέρ μιας αναστροφής των προτεραιοτήτων της Ευρώπης, που θα δίνουν το προβάδισμα στην απασχόληση, στην ενσωμάτωση των νέων γενεών στην κοινωνία, στη μείωση των ανισοτήτων και στη δίκαιη επιβολή φορολογικών επιβαρύνσεων στη χρηματοπιστωτική κερδοφορία. Και αυτή η ώθηση δεν θα υπάρξει παρά μόνο αν τα κοινωνικά κινήματα ή η ηθική «αγανάκτηση», διασχίζοντας τα σύνορα, ισχυροποιηθούν αρκετά ώστε να ανασυγκροτήσουν, στο σύνολο της ευρωπαϊκής κοινωνίας, μια διαλεκτική μεταξύ της εξουσίας και της αντίστασης σε αυτήν. Η «άλλη δημοκρατία» πρέπει να βοηθήσει τη διάσωση της δημοκρατίας.13 Η νομιμοποίηση του ευρωπαϊκού οικοδομήματος δεν μπορεί να θεσπιστεί με διάταγμα ή ακόμη και να επινοηθεί μέσω νομικής επιχειρηματολογίας. Δεν μπορεί παρά να προκύψει ως τάση μέσα από όσα καθιστούν την Ευρώπη το διακύβευμα και το πλαίσιο των κοινωνικών, ιδεολογικών, παθιασμένων, εν
ΚΥΡΙΑΚΗ 13 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2014
μησης, όπως προτείνουν κάποιοι υποστηρικτές της επιστροφής στα εθνικά νομίσματα.14 Δεν μπορούμε να ξεφύγουμε από αυτήν παρά μόνο επινοώντας και προτάσσοντας επίμονα μια Ευρώπη διαφορετική από εκείνη των τραπεζιτών, των τεχνοκρατών και των εισοδηματιών της πολιτικής. Μια Ευρώπη όπου αντιμάχονται αντιθετικά κοινωνικά μοντέλα και όχι έθνη σε αναζήτηση της χαμένης ταυτότητάς τους. Μια Ευρώπη της εναλλακτικής παγκοσμιοποίησης, ικανή να επινοεί για την ίδια και να προτείνει στον κόσμο επαναστατικές στρατηγικές ανάπτυξης και διευρυμένες μορφές συλλογικής συμμετοχής -αλλά και να τις αποδέχεται και να τις προσαρμόζει προς ίδια χρήση, αν τύχει και προκύψει να προταθούν κάπου αλλού. Μια Ευρώπη των λαών, δηλαδή του λαού και των πολιτών που τον αποτελούν.
Η κρίση της σημερινής Ευρώπης προετοιμάστηκε από το γεγονός ότι οι θεσμοί και οι εξουσίες της αποσταθεροποιήθηκαν συστηματικά σε βάρος των δυνατοτήτων συμμετοχής των λαών στη δική τους Ιστορία
ολίγοις πολιτικών, συγκρούσεων που αφορούν το ίδιο της το μέλλον. Κατά παράδοξο τρόπο, μόνο όταν η Ευρώπη θα διεκδικηθεί ακόμη και βίαια- όχι πλέον στο όνομα του παρελθόντος που υποβάθμισε, αλλά στο όνομα του παρόντος που διχοτομεί και του μέλλοντος που μπορεί να διανοίξει ή να αποκλείσει, θα καταφέρει να γίνει μια ανθεκτική πολιτική κατασκευή. Μια Ευρώπη ικανή να διακυβερνηθεί είναι αναμφίβολα μια δημοκρατική Ευρώπη και όχι μια ολιγαρχική ή τεχνοκρατική Ευρώπη. Όμως, μια δημοκρατική Ευρώπη δεν αποτελεί την έκφραση ενός αφηρημένου δήμου [Σ.τ.Ε.: ελληνικά στο πρωτότυπο]: είναι μια Ευρώπη μέσα στην οποία οι λαϊκοί αγώνες πληθαίνουν και εμποδίζουν την υφαρπαγή της ικανότητας λήψης αποφάσεων.
Η αντίσταση στον αποδημοκρατισμό δεν αρκεί για την αποκρυστάλλωση ενός ιστορικού ηγετικού ρόλου, είναι όμως απαραίτητη συνθήκη για να «ξαναφτιάξουμε την Ευρώπη». Η κρίση της σημερινής Ευρώπης, που εύκολα πληροί τις προϋποθέσεις ώστε να θεωρηθεί υπαρξιακή, καθώς φέρνει τους πολίτες της αντιμέτωπους με αμετάκλητες επιλογές και εντέλει με το «να ζει κανείς ή να μη ζει», χωρίς αμφιβολία προετοιμάστηκε από το γεγονός ότι οι θεσμοί και οι εξουσίες της αποσταθεροποιήθηκαν συστηματικά σε βάρος των δυνατοτήτων συμμετοχής των λαών στη δική τους ιστορία. Εκείνο, όμως, που την επέσπευσε είναι το γεγονός ότι σκόπιμα αφέθηκε να λειτουργήσει όχι ως χώρος αλληλεγγύης μεταξύ των μελών της και πρωτοβουλίας απέναντι στους κινδύνους της παγκοσμιοποίησης, αλλά ως όργανο διείσδυσης του παγκόσμιου ανταγωνισμού στην καρδιά του ευρωπαϊκού χώρου, απαγορεύοντας τις μεταβιβάσεις μεταξύ περιοχών και αποθαρρύνοντας τις κοινές επιχειρήσεις, απορρίπτοντας κάθε εναρμόνιση «εκ των άνω» των δικαιωμάτων και του βιοτικού επιπέδου, μετατρέποντας κάθε κράτος σε δυνητικό θηρευτή των γειτόνων του. Από αυτή την αυτοκαταστροφική δίνη προφανώς δεν μπορούμε να ξεφύγουμε αντικαθιστώντας έναν ανταγωνισμό με έναν άλλο παραδείγματος χάρη υποκαθιστώντας τον ανταγωνισμό μέσω των μισθών, των φορολογικών συστημάτων και των επιτοκίων δανεισμού με τον ανταγωνισμό μέσω της υποτί-
Βλ. Immanuel Wallerstein, Comprendre le monde. Introduction à l’analyse des systèmes-monde, La Découverte, Paris, 2006. 2 (Σ.τ.Ε) Στο σύστημα του Μπρέτον Γουντς (1946-1971), που προέκυψε από τις ομώνυμες συμφωνίες, η αξία του δολαρίου ήταν διασυνδεδεμένη με τον χρυσό, ενώ τα άλλα νομίσματα ήταν διασυνδεδεμένα με το δολάριο. Τον Αύγουστο του 1971 ο πρόεδρος Νίξον αποφάσισε να βάλει τέλος στη μετατρεψιμότητα του δολαρίου σε χρυσό. 3 Βλ. David Harvey, Le Nouvel Impérialisme, Les Prairies ordinaires, Παρίσι, 2010. 4 Βλ. Robert Castel και Claudine Haroche, Propriété privée, propriété sociale, propriété de soi, Fayard, Παρίσι, 2001. 5 Σύμφωνα με τον Pierre-Noël Giraud, L’Inégalité du monde. Economie du monde contemporain, Gallimard, συλλογή «Folio Actuel», Παρίσι, 1996. 6 Βλ. «Europe’s Reluctant Hegemon», The Economist, Λονδίνο, 15 Ιουνίου 2013. 7 Βλ. Gérard Duménil και Dominique Lévy, La Grande Bifurcation. En finir avec le néolibéralisme, La Découverte, 2014. 8 (Σ.τ.Ε.) Ο ορντολιμπεραλισμός (απλή μεταγραφή στα ελληνικά του όρου ordoliberalismus, που θα μπορούσε να αποδοθεί ως «εύτακτος φιλελευθερισμός») είναι η μεταπολεμική γερμανική εκδοχή του οικονομικού φιλελευθερισμού, με κεντρικό δόγμα ότι η απρόσκοπτη λειτουργία της αγοράς διασφαλίζεται μέσα από κάποιες παρεμβάσεις του κράτους και των νόμων. 9 (Σ.τ.Ε.) Ελληνικά στο πρωτότυπο. 10 Βλ. «Union européenne: la révolution par en haut?», Libération, Παρίσι, 21 Νοεμβρίου 2011. 11 Βλ. La Proposition de l’égaliberté. Essais politiques, 1999-2009, Presses Universitaires de France (PUF), Παρίσι, 2010. 12 Βλ. Jürgen Habermas, La Constitution de l’Europe, Gallimard, συλλογή «NRF Essais», 2012. 13 Βλ. Pierre Rosanvallon, La ContreDémocratie. La politique à l’âge de la défiance, Seuil, Παρίσι, 2006. 14 Βλ., για παράδειγμα, Jacques Sapir, Faut-il sortir de l’euro?, Seuil, 2012. 1
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΘΑΝΑΣΗΣ ΚΟΥΤΣΗΣ