7 minute read

Μέλι Ταϋγέτου

Next Article
Δήλος

Δήλος

«Τώρα πώς να μιλήσεις για φιλοσοφία για κάτι που αγαπάς και το κάνεις με μεράκι;» θα μας πουν ο Μιχάλης και η Μαρία Φωτοπούλου. Οι δυο τους βάζουν την τέχνη και την εμπειρία, ενώ ο υιός Χαράλαμπος, με την τεχνογνωσία και τη φρέσκια του ματιά, μάς παρέχει τη δυνατότητα να γευτούμε το αγνό, θρεπτικότατο μέλι Ταϋγέτου. Η Μελισσοκομία Φωτόπουλος είναι, βλέπετε, μια υπόθεση οικογενειακή…

Advertisement

Το 1980, ο Μιχάλης Χ. Φωτόπουλος μαζί με τη σύζυγό του Μαρία ξεκίνησαν δειλά δειλά ως ερασιτέχνες, έχοντας πέντε κυψέλες στον κήπο του σπιτιού τους στο Ακριτοχώρι Μεσσηνίας. Παρήγαν μέλι ίσα ίσα για τις ανάγκες της οικογένειάς τους, για τα τρία παιδιά τους, τη Χριστίνα, την Αντωνία και τον μικρότερο Χαράλαμπο, και για να φιλεύουν τους συγγενείς και τους αγαπημένους φίλους. Ο Μιχάλης και η Μαρία αποφάσισαν, μετά από λίγα χρόνια, από ερασιτέχνες να γίνουν επαγγελματίες παραγωγοί μελιού, για να μοιραστούν την υπέροχη γεύση και τη θρεπτική αξία του μελιού και με όλους τους συνανθρώπους τους. Έτσι, το 1983 οι πέντε κυψέλες είχαν γίνει 200 και μεταφέρθηκαν από τον κήπο του σπιτιού τους στην ευρύτερη περιοχή της μεσσηνιακής Μάνης και στα βουνά του Ταΰγετου. Η άριστη ποιότητα των προϊόντων τους τους έκανε να αποκτούν συνέχεια καινούργιους πελάτες, με σταθερή αξία τους παλιούς. Όλους τους γλύκαιναν και τους χάριζαν απλόχερα τα ευεργετικά οφέλη του μελιού και των υπόλοιπων αγνών προϊόντων του.

Το 1994, ο Χαράλαμπος Φωτόπουλος αναλαμβάνει την επιχείρηση. Η τεχνο- γνωσία, το σύγχρονο επιχειρηματικό του πνεύμα και οι φρέσκες ιδέες του συναντήθηκαν με την τέχνη των γονιών του συνθέτοντας τελικά το μυστικό της επιτυχίας. Οι γονείς συ- νεχίζουν μέχρι και σήμερα με πολλή όρεξη και μεράκι να παράγουν το μέλι και όλα τα παράγωγά του, συμμετέχο- ντας και στις μεγάλες γιορτές μελιού, ενώ την ίδια στιγμή, με απόλυτα ανανεωμένες ετικέτες και νέες, πανέ- μορφες συσκευασίες, το Μέλι Ταϋγέ- του βρίσκεται στις σημαντικότερες εκθέσεις τροφίμων και ποτών ανά την Ελλάδα, κι από εκεί στις αγορές του εξωτερικού. Πέρα από το κεχριμπαρένιο μέλι ανθέων και το θρεπτικότατο θυμα- ρίσιο μέλι (και με κηρήθρα), αξίζει να δοκιμάσετε το αρωματικό μέλι ευκαλύπτου (είναι εξαιρετικά θερα- πευτικό και χρησιμεύει ακόμη και για επάλειψη σε πληγές, εγκαύματα κ.λπ.), το λευκό μέλι ελάτης (ιδανικό για το πεπτικό) και το πικρόγλυκο και τόσο τονωτικό μέλι κουμαριάς, ένα φυσικό αντιβιοτικό - ασπίδα προ- στασίας για όλο τον οργανισμό. Θα βρείτε, επίσης, εξαιρετικής γεύσης και αρώματος πευκόμελο, πιπεράτο μέλι καστανιάς (λιγότερο γλυκό από τα άλλα μέλια, με ελαφρά πικρή επίγευ- ση και μεγάλη περιεκτικότητα γυρεόκοκκων που του προσδίδουν πολύ δυνατή γεύση), εξαιρετικό μέλι από ρείκι, καθώς και τα φίνα μέλια φα- σκομηλιάς και πορτοκαλιάς, γεμάτα ιχνοστοιχεία και υπέροχη γεύση. Όλα τους είναι (εξ ορισμού) βιολογικά και ανεπεξέργαστα. Μπορείτε τέλος να προμηθευτείτε παραδοσιακό παστέλι, γύρη, πρόπολη, βασιλικό πολτό, κερί, κηρήθρα και άλλα προϊόντα μελισσο- κομίας, καθώς και σπάνια θεραπευτι- κά βότανα Ταϋγέτου.

Μέλι Ταϋγέτου Μελισσοκομία Φωτόπουλου

Κεντρικά: Ακριτοχώρι Μεσσηνίας Τηλ.: 27250 61442 Αποθήκες: Άνω Λιόσια Αττικής Τηλ.: 210 2486925 Κιν.: 6972600746 Πληροφορίες & σημεία πώλησης: • www.melitaygetos.com • www.melifotopoulos.gr • FB. Meli Fotopoulos

Φιλελλήνων 7, Άργος - τηλ. 27510 62079-29072 Δευτέρα-Σάββατο: 11:30 π.µ. - 9:30 µ.µ. Κυριακή: 11:00 π.µ. - 3 µ.µ.

Ελεγεία μιας γενιάς

Και πιο πολύ απ’ όλα με πληγώνει που χαλάσαμε αυτές τις τέσσερις εποχές, που εξαφανίσαμε τις πιο όμορφες: τις ανθισμένες άνοιξες και τα δροσερά φθινόπωρα.

Νίνα Κουλετάκη Θάλεια Νουάρου Ε ίναι φορές που ξυπνάς και δεν ξέρεις πόσων χρόνων είσαι. Μιλώ γι’ αυτά τα πρώτα δευτερόλεπτα που ο Μορφέας ανοίγει την αγκαλιά του για να σ’ αφήσει να βγεις, και το όνειρό σου φεύγει τρομαγμένο από τον ήχο του ξυπνητηριού, ενώ εσύ ανοίγεις τα μάτια να δεις την καινούργια μέρα. Αυτά τα πρώτα δευτερόλεπτα, λοιπόν, δεν γνωρίζεις αν ξυπνάς στο παιδικό κρεβάτι του πατρικού σου ή στο σπίτι της ενήλικης ζωής σου. Αυτές τις πρώτες στιγμές της μέρας, αν κοιταχτείς στον καθρέφτη, βλέπεις τα μάτια ενός παιδιού και το σώμα ενός μεσήλικα, μέσα στο οποίο χτυπά η καρδιά ενός εφήβου. Σε μπερδεύουν οι διαφορετικές σου ηλικίες και πρέπει, στα γρήγορα, να διαλέξεις μία για να πορευτείς στη μέρα. Διαλέγεις –πάντα– αυτή του μεσήλικα, φοράς τα ρούχα του, πας στη δουλειά του. Και περνούν οι μέρες, με σένα να παραπαίεις ανάμεσα στις ηλικίες σου: Να προσπαθείς να κοιτάς τον κόσμο μ’ αυτό το βλέμμα του παιδιού, να θυμάσαι τα χρόνια που πέρασες, μαζί με το σώμα σου, υποθηκεύοντας φόβους, ελπίδες, ανασφάλειες, εγωισμούς και συναισθήματα για να αγοράσεις ένα μπολάκι αγάπη, να ταΐσεις την έφηβη καρδιά σου. Και περνούν τα βράδια μ’ ένα ποτήρι αλκοόλ στο χέρι, να σκέφτεσαι τους άλλους της γενιάς σου, που τόσο αδικημένη τη θεωρείς. Άκαπνοι σχεδόν, περάσατε το μεγαλύτερο μέρος των νιάτων σας στην ανεκτή επίφαση ελευθερίας της Μεταπολίτευσης. Και ριχτήκατε να φάτε τη ζωή, μέχρι τέλους, ο καθένας με άλλο κουτάλι. Ένας έλεγε το κουτάλι του καριέρα, άλλος ουσίες, ένας τρίτος έρωτα. Κι όταν νομίσατε πως φτάσατε κάπου, νάτο αυτό το αυθάδικο παιδί που κοιτάζει μέσα από τα μάτια σας, νάτο εκεί, στον καθρέφτη, να σας βγάζει κοροϊδευτικά τη γλώσσα. Κάθε μέρα που περνάει σας απομακρύνει από το παιδί αυτό που έχετε αφήσει οριστικά πίσω, μα που πάντα σ’ αυτό επιστρέφετε τις ώρες της ανάγκης. Και, πια, μόνο με θύμησες μιλάτε. Σαν την Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων περιπλανήθηκε η γενιά σου. Γεννήθηκες στα χρόνια τα «αθώα», τα πολυτραγουδισμένα, πρόλαβες τους μεγάλους μας ποιητές ζωντανούς κι έτσι έμαθες να σέβεσαι και ν’ αγαπάς τα δάκρυά σου, να μη φοβάσαι και να μην ντρέπεσαι να τα δείχνεις. Και τους μύθους σου, κι αυτούς ζωντανούς τους είδες, με μυρωδιά από αγιόκλημα και γεύση από πατατάκια και ταμ-ταμ, να παίζουν τη Λόλα και τη Στέλλα σε καλοκαιρινά σινεμά, με τα πρόσωπα της Τζένης και της Μελίνας τεράστια και γοητευτικά στην πάνινη οθόνη.

Είδες τη Λαμπέτη και τον Χορν να κάνουν μάγια πάνω στη σκηνή και να σε δένουν αιχμάλωτο στα σανίδια της. Άκουσες ζωντανά τον κύριο Μάνο και τον Μίκη να παίζουν τις εξαίσιες μουσικές τους σε χώρους μικρούς και σε γήπεδα. Είδες, δηλαδή, τον πολιτισμό να γεννιέται στους φυσικούς του χώρους και όχι στην αποστείρωση του μαιευτηρίου που είναι η τηλεόραση. Πρόλαβες τα Εξάρχεια στην ακμή τους, τότε που ήταν ακόμα ζωντανά κι όχι πεζόδρομοι για κυρίες, τότε που οι καλοί ξεχώριζαν με μια ματιά από τους κακούς, ο Νικόλας έγραφε μουσικές και η Κατερίνα ποιήματα, πέρασες ατέλειωτα βράδια στην ταράτσα του Βοξ και στην αυλή του Ριβιέρα, διαμορφώνοντας το προσωπικό σου γούστο στις ταινίες και ξενυχτώντας, μετά, με καφέ και τσιγάρα να συζητάς με την παρέα. Και υπήρχαν και τα άλλα. Οι ελπίδες σου πως θα άλλαζες, επιτέλους, τον κόσμο, πως η δική σου γενιά θα έκανε την επανάσταση. Βιαζόσουν να μεγαλώσεις για να διαφεντέψεις τη ζωή σου, πίστευες πως η χαρά είναι δικαίωμα του καθενός από εμάς. Έφαγες τα καλύτερά σου χρόνια στα θρανία και στις δουλειές, μεγάλωσες, ωρίμασες, γερνάς. Και τίποτα δεν άλλαξες, όλα έμειναν όπως τα βρήκες. Τα ίδια γραμμάτια ξοφλάς, στα ίδια νοικιασμένα σπίτια μένεις, τα ίδια χάπια καταπίνεις για να κοιμηθείς, «στους ίδιους δρόμους και στες γειτονιές τες ίδιες» περιφέρεσαι, στους ίδιους αφέντες πουλήθηκες, η ίδια τρέλα τρώει το μυαλό σου. Έδωσες το πατρικό αντιπαροχή ή το μετέτρεψες σε εξοχικό, εξοστρακίζοντας τις παιδικές φωνές σου, τη φωνή του πατέρα σου και το γέλιο της μάνας σου από τα δωμάτιά του, όλες τις Κυριακές της παιδικής σου ηλικίας από τη σάλα, κι εκείνο το πρώτο σου μικρό, κόκκινο ποδηλατάκι από την μπροστινή αυλή. Τώρα στα δωμάτια περιφέρεις τη μοναξιά σου (ναι, το ξέρω πως έχεις οικογένεια…), στη σάλα κυριαρχεί το νέο σου home cinema και η μπροστινή αυλή έγινε πάρκινγκ για το 4Χ4.

Και τώρα, έχοντας κάνει όσα όφειλες, μια βαθιά αυτοκριτική, εκεί, γύρω στα 50 σου και έχοντας κλείσει τον κύκλο, νταντεύοντας γονείς σαν να ήσουν εσύ ο γονιός τους κι εκείνοι τα μικρά παιδιά σου, κάνεις ταμείο. Μέτρα, λοιπόν: Κατάλαβες, επιτέλους, πως η ζωή δεν έχει «ίσως», μα μόνο «ναι» ή «όχι»; Κατάλαβες, επιτέλους, πως δεν πρέπει να κρατάς τα απωθημένα σου μέσα σε τούλινα σακουλάκια με λεβάντα, αλλά να κάνεις αυτό που πρέπει; Να τα απωθείς, δηλαδή, πραγματικά, ή να τα ζεις κι όπου σε βγάλει; Κατάλαβες, επιτέλους, την ευθύνη που έχεις για τον κόσμο όπως είναι σήμερα; Κατάλαβες, επιτέλους, πως φταις κι εσύ που χάθηκαν οι δυο πιο όμορφες από τις τέσσερις εποχές; Κατάλαβες, επιτέλους, πως όταν κάνεις έναν άνθρωπο κομμάτια, ποτέ, ΠΟΤΕ δεν μπορεί να ξανακολλήσει σωστά; Κατάλαβες, επιτέλους, πως αξίζει να πεθάνεις για μιαν αγάπη; Κατάλαβες, επιτέλους, πως είσαι τυχερός που ονειρεύεσαι εφιάλτες, τη στιγμή που άλλοι τους ζουν; Κατάλαβες, επιτέλους, πως πρέπει να σηκωθείς, ξανά, όρθιος, όπως τότε; Κατάλαβες, επιτέλους, πως είσαι πολύ μικρός για να πεθάνεις και πολύ μεγάλος για να είσαι αθώος του αίματος; Κατάλαβες, τέλος, πως πρέπει ν’ αφήσεις αυτό το μικρό παιδί, το πίσω από τα μάτια σου φυλακισμένο, να βγει μπροστά και να κατοικήσει την καρδιά σου; Ναι. Την ξέρω καλά τη γενιά σου, είναι και δική μου βλέπεις. Και πιο πολύ απ’ όλα με πληγώνει που χαλάσαμε αυτές τις τέσσερις εποχές, που εξαφανίσαμε τις πιο όμορφες: τις ανθισμένες άνοιξες και τα δροσερά φθινόπωρα. Μας έμειναν μονάχα τα αποπνικτικά καλοκαίρια και οι παγεροί χειμώνες. Φονικά και τα δυο.

This article is from: