ÑÅË ÖÍÌÐѹÏÆÇÅ ÑÌÖ
¸«¬®¦®±® Ìc¥¬¥ ´¥±®©Ì«¡©Ìµ±¡ ®©i z©¡ Ý®³¡©Ì²¥Ì¥¯©¬¥§Ý ¡Ì²¨Ý¥ ¡Ì²¥Ì ¬¨Ì³¨Ì ³³©«
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
ƒƔƍƅƑƃƁƓƅƒ • Ο Τάσος Γραικός έχει προλάβει τις εποχές που η ζωή χωρίς TV ήθελε το παραμύθι της για να κοιμηθεί. • Ο Νικόλας Ζώης είναι συντάκτης δημοσιογραφικής ύλης. Με την απέραντη σοφία του, έχει συλλάβει την Πανίσχυρη Γενική Θεωρία των Πάντων (ΠΓΘΠ). • Η Εύη Λαμπροπούλου έχει γράψει τα βιβλία Χάπι λου, Σχεδόν Σούπερ και Ολα τα μήλα. Από χάπια παίρνει μόνο ασπιρίνες και, κάπου κάπου, κοιμάται αρκετά. • Ο Κωστής Παττακός, αφού ανέλυσε όλες τις γλώσσες του κόσμου, μπορεί πλέον να διαβάσει τον Ψηλό στην άνετη κουκέτα του, κάπου σε κάποιο φυλάκιο. • Ο Γιάννης Πλιώτας μαζεύει ιδέες από το χρόνο γύρω του, τις τσαλακώνει και τις καρφιτσώνει στο εσωτερικό του κεφαλιού του για μελλοντική χρήση. • Ο Γιώργος Πολυμενέας μόλις ολοκλήρωσε το μεταπτυχιακό του στη Γλωσσολογία. Στα κιτάπια του ΟΑΕΕ είναι καταχωρημένος ως αρθρογράφος και σε εκείνα των Ενόπλων Δυνάμεων ως αεροπόρος Στρατού. Δεν ξέρει ποιο από τα δύο είναι πιο αστείο. • Ο Γιώργος Ρομπόλας είναι ελεύθερος επαγγελματίας υποστήριξης και όνειρό του να πάρει σύνταξη. Σύντομα. • Η Σταυρούλα Σκαλίδη σπέρνει στους δρόμους της πόλης μπιζέλια, για να τη βρει ένας πρίγκιπας που περιφέρει την πραμάτεια του αναζητώντας την ευτυχία. • Η Κωνσταντίνα Τασσοπούλου επιστρέφει σ’ εκείνο το απόγευμα που της έδωσε ο μπαμπάς της να διαβάσει τον Ευτυχισμένο Πρίγκιπα. • Η Πάρια Τόμπρου είναι αρχιτέκτων αλλά θα μπορούσε να είναι και ένας προβληματισμένος ιππόκαμπος-γεωμέτρης, που χάνεται στο στροβιλισμό της ουράς του. • Ο Αλέξανδρος Χαντζής δηλώνει φοιτητής και σκηνοθέτης. Στην πραγματικότητα είναι πολύ καλό παιδί.
Ñ ß ô ôcôÓ n ô ô Ñ n Ü ôy ÛôÚ UUU KCRPMNMJGQLCUQ EP UUU KCRPMNMJGR?LQRMPGCQ @JMEQNMR AMK KCRPMNMJGQ KCRPMNMJGQLCUQ EP Ñ ôÆy Ü ô ô ô ô ô$?V ô ô ô ô
Τ
ις προάλλες συνάντησα τον ίδιο άνθρωπο δύο φορές, τυχαία, μία το πρωί και μία το βράδυ. Είχα να τον δω χρόνια, απ’ το σχολείο. Την πρώτη φορά ανταλλάξαμε μόνο την έκπληξη: «Τι κάνεις; Χαθήκαμε!» και άλλα τέτοια. Το βράδυ που τον ξαναείδα παραπήγαινε. Μου έδωσε το τηλέφωνό του, του έδωσα το δικό μου. «Να βρεθούμε», είπαμε. Ισως να μη βρεθούμε ποτέ, αλλά τι σημασία έχει; Λίγα πράγματα ήταν λιγότερα πιθανά απ’ το να πετύχω το Θανάση δύο φορές την ίδια μέρα. Γενικώς, λίγα πράγματα είναι λιγότερο πιθανά από αυτά που δεν περιμένεις. Οι μεγάλες πόλεις του κόσμου, μαζικές και κατά τόπους απροσδόκητες, σαν δύστροπες γερόντισσες σοφές, κάνουν συχνά του... κεφαλιού τους. Αλλά τι σημασία έχει; Τι νόημα έχει οτιδήποτε αν το περιμένεις; Μια φορά κι έναν καιρό, λοιπόν, ήταν η Αθήνα... Οι «Μητροπολιτικές Ιστορίες» σ’ αυτό το τεύχος δοκιμάζουν ένα πείραμα. Οι συνεργάτες μας ζωντανεύουν ήρωες κλασικών παραμυθιών και τους αφήνουν ανεξέλεγκτους στους αθηναϊκούς δρόμους. Η Αλίκη βγήκε απ’ τη χώρα των θαυμάτων και βρέθηκε σ’ ένα αμφιθέατρο στη Νομική, ο Τζακ μπλέχτηκε με μια τσιμεντένια φασολιά κι η Τοσοδούλα νοίκιασε ένα μικρό διαμερισματάκι με θέα στο δρόμο. Το συμπέρασμα είναι, ξαναδιαβάζοντας τα πειραγμένα παραμύθια, ότι αν βρεθούν οι κατάλληλες γωνίες και οι κατάλληλες γωνιές, η Αθήνα αντέχει να μοιάζει εξίσου παραμυθένια με τους φανταστικούς κόσμους των αδερφών Γκριμ και του Αντερσεν. Μπορεί με άνεση να υποδύεται το απίθανο. Το παράξενο. Αυτό που δεν περιμένεις. Κόντρα στο παραδοσιακό μοτίβο των παραμυθιών, που βασίζεται σε μη ρεαλιστικούς κώδικες και στα παλιά τα χρόνια, η Αθήνα δεν χρειάζεται φολκλόρ και αναληθείς ατμόσφαιρες. Η σύγχρονη πόλη είναι κατάλληλος παραμυθότοπος, συμβατός με καθετί αλλόκοτο και απροσδόκητο που τυχαίνει. Χωρίς κλασικά διδάγματα ή χάπι εντ, εγώ κι εσύ είμαστε ήρωες σε παραμύθια που δεν οδηγούν απαραίτητα κάπου, που μια του κλέφτη, δυο του κλέφτη, τρεις πάλι του κλέφτη. Χωρίς ρυθμό. Χωρίς θριάμβους. Σε κάθε μητρόπολη που σέβεται τον εαυτό της υπάρχει κάπου ένας κακός λύκος κι ένας καλός πρίγκιπας, μια ανόητη κοκκινοσκουφίτσα και μια πονηρή αλεπού. Τα παραμύθια της σύγχρονης Αθήνας είναι οι πιο συνεπείς αλήθειες της. Και ζήσαμε εμείς καλά, με τα μάτια να κοιτούν στο πλάι και να βλέπουν διάφορα. ΑΘΩΣ ΔΗΜΟΥΛΑΣ É Ü ô ôÆ ô Ë#20-.-*'1ô#Ê~ÏÑÉÊÈôÄ Æ ô Æ ôÆ Í ôË Ü ô ô~ n Ü ô Ú ô ô Ñ Ê ô ô ô ôÎ ô Í ß ô ô~ Ûn ô Êßy ô ÄôÑ Ê ô ô ô ôË Í ô
ßn ô# ô Ê ôÑ ß ô
} ÛôÆy nÚ Ä ô~ n Í nÝ ô# ô Î Í ôË Í
.PMHCARô+?L?ECP ô ÅÜ ô~Ûn
~ Ý } Ü ô~ Ü
ƌƨƠ ƵƮ ư Ʃƨ ƜƬƠƬ ƛ ƲƳƦƬ Ɓ ƩƠƨưƻ ƧƝƬƠ
~ n Ý ôÐ nyÜ ôÎÍ Æny Ý ô~ Û ô Í ô Ü ô ~ Ûn ôÓ Ü ô Ü ôÓ Û ôÑ ß ô Ænn Ú ôÓ Í Æ ßy ôÈôÊ n ÛôÄ Æ
 ÑÅË ÖÍÌÐѹÏÆÇÅ ÑÌÖ
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
Η πριγκίπισ
σα και το μ πιζέλι: Στα υρούλα Σκ Ο ευτυχισμ αλίδη ένος πρίγκ ιπας: Κωνσ ταντίνα Τασ Ο Τζακ και σοπούλου η φασολιά : Γιώργος Ρ ο μπόλας Η Αλίκη στη χώρα των θ αυμάτων: Γι ώργος Πολ Η ωραία κο υμενέας ιμωμένη: Ε ύη Λαμπρο πούλου
6 σελ. 8 σελ.12 σελ.16 σελ. 20 σελ.
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
ƌƨƠ ƵƮưƛ Ʃƨ ƜƬƠƬ ƩƠƨưƻ ƲƳƦƬ ƁƧƝƬƠ
Τα κόκκινα
όλας Ζώης παπούτσια: Νικ ς
ός: Τάσος Γραικό
Ο ψεύτης βοσκ
νάκια: Κωστής
Τα τρία γουρου
Παττακός
ρία Τόμπρου Η τοσοδούλα: Πα ος Χαντζής λός: Αλέξανδρ Ο μαγεμένος αυ ιώτας τελ: Γιάννης Πλ Χάνσελ και Γκρέ
22 σελ. 26 σελ. 28 σελ. 30 σελ. 32 σελ. 35 σελ.
Φ
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
οράω τα «Χουίς Βουιτόν» μου. Σε καπελάκι και τσαντάκι μέσης. Παπούτσια αθλητικά-«μαϊμούδες» «Λάικι». Μπλουζάκι «Βγενετόν» και παντελόνι τζιν «Βρωμάτσε». Πουλάω τσάντες “Pendi” και “Cucci”. Για την κουτσή Μαρία, κατά πώς λένε εδώ στο Ελλάντα. “Beautiful Maria of my soul” παίζει ο διπλανός μου με την κιθάρα και τη γαϊδουρινή φωνή. Δεν θα βγάλει σιντί
Ƈ ƯưƨƢƩƞƯƨƲƲƠ ƩƠƨ ƳƮ ƫƯƨƥƜƪƨ ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΣΚΑΛΙΔΗ
ποτέ, μόνο δίσκο βγάζει κάθε μέρα στους κακόμοιρους τους περαστικούς, που τον ακούν και του ρίχνουν ψιλά για να σωπάσει. Είμαι ψηλός, λιγνός, με κατσαρά χειλάκια -όπως άκουσα ένα κοριτσάκι να λέει στη μαμά του για μένα, στο δρόμο- σγουρά μαλλιά πολύ κοντά κομμένα, δύο μάτια φεγγάρια, γεμάτες σκούρες χάντρες με λίγο ασπράδι στην άκρη, που το φοβούνται γύρω μου οι λευκοί τη νύχτα, μαζί με τα ολόασπρα δόντια μου. Γι’ αυτό δεν χαμογελάω τα βράδια. Οχι μόνο γι’ αυτό. Είμαι μαυρούλης, ντε, όπως οι άλλοι δεν είναι, αν και τα καλοκαίρια ξεροψήνονται στον ήλιο για να μου μοιάσουν. Είμαι σπανιότητα εδώ, όπως είναι σπανιότητα οι άλλοι στη χώρα μου. Είμαι γρήγορος και δυνατός, να κουβαλάω το πανί με τις τσάντες μου που το κάνω τσουβάλι. Και τρέχω. Λες κι εγώ δεν φοβάμαι απ’ αυτούς που είναι τόσο άσπροι από την κορφή μέχρι τα νύχια. Κάποιοι από κείνους κάποτε με κυνηγούν. Πολιτσία. Και παίρνω τον μπόγο στην πλάτη. Και τρέχω. Μέχρι να φύγουν. Στήνω την πραμάτεια μου στο δρόμο κι αυτοί πάλι περνούν, αγοράζουν, κοιτούν, πληρώνουν, δεν πληρώνουν καμιά φορά και τρέχω. Εγώ, όχι αυτοί. Οποτε παζαρεύω τις τσάντες με τα κορίτσια, τους γελάω με τα μάτια μου, σουφρώνω τα τεράστια χείλη μου με νάζι, κι εκείνες όλο θέλουν να αγοράζουν. Πεεέντε ευρώ! Δεέκα ευρώ! Πααάρε, πααάρε, πάααρε! Είμαι αδύνατος από φυσικού μου, αλλά δεν τρώω και πολύ για να μου μένουν λεφτά και να μένω μόνος μου. Κοιμάμαι σ’ ένα μονό τριμμένο στρώμα, στο πάτωμα. Εχω ένα γκάζι και μαγειρεύω τα φαγητά απ’ την πατρίδα μου. Ενα παλιό μικρό ψυγείο και μια ξεχαρβαλωμένη τηλεόραση. Ακόμα δεν έχω δορυφορικό πιάτο. Το κορίτσι, η Φελίσα, από το απέναντι δεύτερο υπόγειο, τον τελευταίο καιρό όλο με κοιτάει, με χαιρετάει και κάτι βράδια που γυρίζω κουρασμένος, με περιμέ-
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
Ακίν, το φίλο μου από την πατρίδα, να βγει έξω να με βοηθήσει και το κουβαλάμε μαζί στην γκαρσονιέρα μου. Και γελάμε γουργουριστά όσο τραβάμε να το κατεβάσουμε στο υπόγειο. Γελάμε. Και τότε, μόλις το διπλό στρώμα γίνει δικό μου και νιώθω πρίγκιπας απ’ τη χαρά μου, θα φωνάξω την αγαπημένη μου, θα της κλείσω τα μάτια με την παλάμη πριν μπούμε στο δωμάτιό μου για να της κάνω έκπληξη και θα ξαπλώσουμε μαζί για πάντα. Εκείνη θα μου μαγειρεύει μπιζέλια και θα είναι η πριγκίπισσά μου. Αργότερα, θα βρούμε κι ένα στρώμα μικρό απ’ τα σκουπίδια να ξαπλώνει το παιδί μας. Αχ, το καλύτερό μου όνειρο σημαίνει στρώματα. Αυτά επιθυμώ. Γι’ αυτά αντέχω ακόμα. Κλείνω τα μάτια και φαντάζομαι να βρίσκω τα καινούργια στρώματα, πεταρίζει η ψυχή μου από χαρά, γιατί θα είμαι πια ο πρίγκιπας των μπιζελιών. Κάτι βράδια με κρύο, που σέρνω τα βήματά μου στο δρόμο και η ανάσα μου είναι ένα ζεστό σύννεφο που προχωράει μπροστά μου, σκέφτομαι ότι το στρώμα της Φελίσα, εκείνο που υπόσχομαι να βρω, είναι φτιαγμένο απ’ τα μπιζέλια που μου φέρνει. Οι τσέπες μου είναι γεμάτες μπιζέλια. Η καρδιά μου είναι γεμάτη μπιζέλια. Μόνο μη μου σκορπίσουν και φύγουν και χαθούν ή τα πατήσω και τα λιώσω ή μη γλιστρήσουμε και πέσουμε κάτω, προτού προλάβω να βρω το στρώμα, Φελίσα. Ολοι λένε ότι άμα δεν έχουν φαΐ και νερό, πεθαίνουν. Εγώ λέω ότι πρέπει να έχεις πάντα ένα στρώμα, έστω για να πεθάνεις πάνω του. Κάπου να αναπαύεσαι, όταν γυρίζεις όλη μέρα στους δρόμους. Κάπου να ακουμπάς το κορμί σου. Εστω πάνω σε μπιζέλια, άμα αυτά είναι η Φελίσα, ευτυχία σου. νει να μου δώσει ένα πιάτο φαΐ. Μπιζέλια. Τ’ αγαπημένα της. Εγιναν και δικά μου. Κοκκινιστά. Με φρέσκια ντομάτα και καρότα. Και κρεμμύδι και μύρισμα. Και πιπέρι μπόλικο. Οποτε έχει φαΐ. Κι εκείνη κοιμάται στο πάτωμα: πολλά χαλιά μαζί, από κείνα που πουλάει σε λαϊκές, σε δρόμους και πανηγύρια, φτιάχνουν ένα κρεβάτι... Γι’ αντάλλαγμα έχω ονειρευτεί να της χαρίσω ένα στρώμα. Ολόδικό της. Τότε θα της ζητήσω να το μοιραστούμε. Τότε. Με αγωνία ψάχνω με το βλέμμα μου τους δρόμους, μπας και το δω. Το δικό μας στρώμα. Από τα σκουπίδια.
Ενα διπλό. Κάπως καινούργιο το θέλω. Αλλά μην έχω απαιτήσεις. Μόνο κατουρημένο να μην είναι από πεθαμένες πια γιαγιάδες, που αδειάζουν τα σπίτια τους και τα πετούν. Και μυρίζουν γεροντίλα και θάνατο. Ας είναι από κανένα ζευγάρι που χώρισε ξαφνικά, γιατί κάποιος απάτησε τον άλλον, κι ο άλλος θέλεις να βάλεις φωτιά στο στρώμα και το πετάει έξω στον ντενεκέ, τελικά, με αηδία. Και την ώρα που το αφήνει απάνω στο πεζοδρόμιο, πριν λερωθεί, τρέχω εγώ που περνάω τυχαία, ο Φατίχ, ο μόνος που το βλέπει και το ποθεί τόσο και το προλαβαίνω. Τηλεφωνάω στον
Στην πραγματικότητα… ένα μπιζέλι μπορεί να είναι πολύ χρήσιμο. Οπως για παράδειγμα στο να εξακριβώνεις αν κάποια είναι αληθινή πριγκίπισσα. Αυτό το πρωτόγονο τεστ DNA αποτυπώθηκε ως η Πριγκίπισσα και το Μπιζέλι το 1835, απ’ το Χανς Κρίστιαν Αντερσεν. Στο ρόλο της πριγκίπισσας έχει βρεθεί και η Σάρα Τζ. Πάρκερ, σε μιούζικαλ του ’97.
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
Ο
Ə ƤƴƳƴƶƨƲƫƜƬƮƱ ƯưƞƢƩƨƯƠƱ
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ ΤΑΣΣΟΠΟΥΛΟΥ
λα ήταν παγωμένα. Η coca light στη συσκευασία αλουμινίου, τα δάχτυλα των χεριών, τα γόνατα, η μύτη της, ο αέρας, το μαύρο του ουρανού που ’χε από ώρες σταθεροποιήσει τη νύχτα, τα λόγια του «...δεν υπήρξες στη ζωή μου, ούτε θέλω να υπάρξεις...». Με έναν παράλογο και ειρωνικό τρόπο, όλα ήταν γεμάτα έλλειψη. Κίνησης και ήχου. Το ανθρωπάκι στο φανάρι είχε κοκκινίσει για πάντα. Οι προσπεράσεις αυτοκινήτων δεν ακούγονταν. Καμία διάθεση τα φύλλα να θροΐσουν, τα πόδια να γίνουν βήματα, τα χείλη της να αποφασίσουν, αν θα ζωγραφίσουν κάτι. Σπίτι να γυρνούσε ή να γύριζε στους δρόμους; Γυρνώ και γυρίζω δεν είναι το ίδιο πράγμα, σκέφτηκε, μα και τα δύο έχουν κίνηση, ενώ τίποτα δικό της δεν μπορούσε να κινηθεί. Σωριάστηκε στο γρασίδι. Ενα μικρό καταπράσινο νησί στη μέση της πόλης και με λουλούδια γραμμένο το ΑΘΗΝΑ. Αθήνα έλεγε, όχι Αθηνά, μα τα κεφαλαία γράμματα την άφηναν να τονίσει όπως ήθελε, κι έτσι βρήκε οικειότητα, πλάι στο όνομά της και πλάι στο Δρομέα, τον ακίνητο και παγωμένο, όπως όλα σήμερα. Τα παπούτσια της λάσπωσαν. Αυτόματο πότισμα και μαζί τα δάκρυα που έσταζαν ως το χώμα. Το μπουφάν δεν συγκρατούσε πια το κρύο και το κασκόλ είχε γεμίσει τρύπες κι όλα τη διαπερνούσαν ως το κόκαλο. Η φουντίτσα του σκούφου έγερνε. Τα πάντα είχαν χάσει τις ιδιότητές τους, από το παράλογο των λέξεων. Αν όντως... δεν υπήρχε στη ζωή του, πώς της είχε μιλήσει;
Παράλογο δεν ήταν; Και με τόση ξαστεριά πώς ψιχάλιζε; Με τόσο καθαρό ουρανό πώς μπορούσε να βρέχει; Δεν βρέχει ο ουρανός. Απλώς κλαίω. Κλαίνε και τα αγάλματα εκτός από τους ανθρώπους; Οποιοσδήποτε πονά, μπορεί να κλάψει. Δεν έχει σημασία το υλικό. Εσύ, από τι υλικό είσαι φτιαγμένος; Από γυαλί. Και γιατί κλαίς; Γιατί είμαι άχρηστος και μου συμπεριφέρονται σαν να είμαι σημαντικός. Μην το λες αυτό. Είναι σημαντικό να ομορφαίνεις το δρόμο. Τα παιδάκια σταματούν μόνο και μόνο για να σε κοιτάξουν και πολλοί οδηγοί σε χαζεύουν, όταν έχει κίνηση και δεν μπορούν να τρέξουν. Ούτε εγώ μπορώ να τρέξω. Κι ας δείχνω το αντίθετο. Με θλίβει αυτό. Μπορώ να κάνω κάτι; Μπορείς. Μονάχα εσύ μπορείς. Γιατί μονάχα εγώ; Γιατί μονάχα κάποιος που πονά μπορεί να
νιώσει και τον πόνο του δίπλα. Με είδες που έκλαιγα; Σε ένιωσα. Τι θέλεις να κάνω; Να με κάνεις χρήσιμο. Να δώσεις αξία στο γυαλί μου. Πώς; Κόψε μου ένα κομμάτι. Αυτό που περισσεύει στην πλάτη μου, πίσω. Αυτό που με κάνει να δείχνω ότι κινούμαι. Παρ’ το και πήγαινέ το εκεί που το χρειάζονται. Είναι ένα σπίτι πίσω από τον Πύργο των Αθηνών, σε ένα βρώμικο δρόμο, γεμάτο λακκούβες. Μικρό, υπόγειο, χωρίς καλοριφέρ. Ζει μία μάνα με τρία παιδιά, που πλένει σκάλες για να τα μεγαλώσει. Τα παράθυρα του σπιτιού έχουν σπάσει και μπάζει κρύο. Τζάμι είναι και το δικό μου, μπάλωσέ τους το παράθυρο, γιατί με τη σημερινή παγωνιά δεν σου υπόσχομαι ότι θα τους βρει το πρωί. Νιώθω βαριά σαν βράχος στη θάλασσα. Σαν κοτρώνα σε χωράφι. Βήμα δεν μπορώ να κάνω, τι μου ζητάς; Να παραμερίσεις το δικό σου βάρος, για να
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
ελαφρύνουμε το βάρος κάποιου άλλου. Η Αθηνά υπάκουσε. Εκοψε με δύναμη όλο το πίσω μέρος της πλάτης του Δρομέα, έτρεξε αμέσως στο βρώμικο δρόμο, το γεμάτο λακκούβες, πίσω από τον Πύργο των Αθηνών, βρήκε το μικρό, υπόγειο σπίτι που δεν είχε καλοριφέρ και τοποθέτησε κομμάτια γυαλιού στο σπασμένο του παράθυρο, έτσι που εγκλώβισε απ’ έξω όλο το κρύο και τα τρία παιδιά με τη μαμά τους έκαναν ύπνο γαλήνιο και ζεστό ολόκληρη τη νύχτα. Η αποστολή σου εξετελέσθη. Είσαι ευτυχισμένος τώρα; Οχι. Εχω μια μικρή χαρά, μα δεν είμαι ευτυχισμένος. Τι χρειάζεσαι για να γίνεις ευτυχισμένος; Χρησιμότητα. Κι άλλη χρησιμότητα. Με ποιον τρόπο θα το καταφέρεις αυτό; Με τη δική σου βοήθεια. Μόνος δεν καταφέρνεις τίποτα. Τι θέλεις να κάνω; Κόψε μου κι άλλο ένα κομμάτι. Κόψε μου το λυγισμένο μου πόδι, αυτό που με κάνει να δείχνω ότι κινούμαι. Παρ’ το και πήγαινε το εκεί που το χρειάζονται. Κάπου πίσω από τα μαγαζιά στου Ψυρρή, ζει ένας μετανάστης που μεταφέρει τζάμια και ακριβά γυαλιά για λογαριασμό μίας εταιρείας. Από την κούρασή του σήμερα έσπασε όλο το εμπόρευμα που είχε για μεταφορά, κι αν δεν πληρώσει τη ζημιά θα χάσει τη δουλειά του. Πήγαινε να του αφήσεις στην πόρτα το γυάλινο πόδι μου, να τους επιστρέψει ακόμη πιο πολύ γυαλί από αυτό που κατέστρεψε, ώστε να μην τον διώξουν. Η Αθηνά υπάκουσε. Κλώτσησε με δύναμη το λυγισμένο πόδι του Δρομέα, το πήρε αγκαλιά κι έτρεξε αμέσως να το αφήσει στο σπίτι του μετανάστη, κάπου πίσω από τα μαγαζιά στου Ψυρρή, τυλιγμένο όμως σε μεγάλη μαύρη σακούλα σκουπιδιών, ώστε να μην μπορεί να δει κανείς τι έχει μέσα και του το πάρει πριν ξυπνήσει και το παραδώσει αυτός στα αφεντικά του. Η αποστολή σου εξετελέσθη. Φαντάζομαι ότι είσαι ευτυχισμένος πια. Ο καθένας μπορεί να φαντάζεται οτιδήποτε. Η πραγματικότητα όμως δεν είναι αυτό. Ακόμα δηλαδή δεν έγινες ευτυχισμένος; Τι άλλο θες; Να γίνω ολόκληρος χρήσιμος. Βοήθησέ με και σε αυτό. Είναι το τελευταίο που σου ζητώ, στο υπόσχομαι, δεν θα σε κουράσω άλλο. Τι θέλεις να κάνω;
Να πάρεις τον κορμό μου, να πάρεις και το τεντωμένο μου πόδι και να τα δώσεις όπου υπάρχει ανάγκη. Να περπατήσεις όλη την πόλη, να φτάσεις σε κάθε στενάκι, ακόμα και σε αδιέξοδο, κι όπου καταλάβεις ότι χρειάζονται το γυαλί μου, να το χαρίσεις. Σου έχω εμπιστοσύνη, θα τα καταφέρεις. Η Αθηνά υπάκουσε. Πήρε μεγάλη φόρα κι έπεσε πάνω σε ό,τι είχε απομείνει από το Δρομέα. Γκρέμισε τον κορμό και το τεντωμένο του πόδι, γέμισε τις τσέπες και τα χέρια της γυαλί κι άρχισε να τρέχει γοργά, παράλογα και ειρωνικά, όπως ποτέ δεν είχε τρέξει εκείνος, ούτε πριν, παρόλο που έτσι έδειχνε, ούτε τώρα, που δεν είχε τίποτα πια να δείξει. Κατάφερε να φτάσει στα πιο απόμακρα ση-
μεία της πόλης και να διοχετεύσει το γυαλί όπου το είχαν ανάγκη. Το χάρισε σε ανθρώπους που δεν έβλεπαν καλά, αλλά δεν είχαν χρήματα να αγοράσουν γυαλιά οράσεως. Το πήγε σε σπουδαίους οφθαλμίατρους στον Ευαγγελισμό, στο ΓΝΑ και στο Γενικό Κρατικό, για να φτιάξουν γυάλινα μάτια για όσους είχαν χάσει τα αληθινά σε ατύχημα. Επειδή η Αθηνά ήταν κορίτσι κι όχι αγόρι, όσο τελείωναν τα πρακτικά ζητήματα πρώτης ανάγκης μοίραζε το γυαλί με άλλα κριτήρια. Ως να φα-
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
νεί ο πορτοκαλί ορίζοντας στο βάθος της Συγγρού, το γυαλί είχε γίνει δαχτυλίδι μονόπετρο για ένα φοιτητή που το χάρισε στην καλή του, είχε γίνει κορνίζα για την πρώτη φωτογραφία ενός νεογέννητου και την τελευταία ενός παππού με την εγγονή του στα γόνατα, είχε γίνει μπουκάλι κρασιού, για να συνοδεύσει μεγάλες χαρές και μεγάλες λύπες, είχε γίνει στρογγυλή γυάλα με χρυσόψαρα, συντροφιά μιας γριούλας που είχε χάσει παντελώς την ακοή της, μα και κάθε συντροφιά. Διασχίζοντας η Αθηνά την πιλοτή μιας πολυκατοικίας στο Παγκράτι, άκουσε από μια χαραμάδα παραθύρου τη φράση «...δεν σε αγαπάω πια... το γυαλί έσπασε...». Προς στιγμήν σκέφτηκε να χαρίσει κι εκεί λίγο από το γυαλί που κρατούσε για να ξαναγίνουν όλα όπως πριν, αλλά αυτόματα της ήρθε στο νου η φράση «...δεν υπήρχες στη ζωή μου, ούτε θέλω να υπάρξεις...» και συνειδητοποίησε ότι κανένα υλικό δεν μπορεί να διορθώσει τη ζημιά μιας κουβέντας... Εσυρε αργά το βήμα της και ξαναγύρισε στο σημείο που άλλοτε δέσποζε η κορμοστασιά του Δρομέα, ανάμεσα σε γρασίδι και πολύχρωμα λουλούδια. Η Αθηνά, τσαλαβουτώντας σε μία τεράστια λίμνη γυαλιών, έσκυψε και πήρε αγκαλιά ό,τι είχε απομείνει. Το κεφάλι του. Η αποστολή σου εξετελέσθη. Είσαι ευτυχισμένος τώρα; Είσαι ευτυχισμένος τώρα; Είσαι ευτυχισμένος; Απάντησέ μου... Απάντηση δεν ακούστηκε ποτέ. Ομως άρχισαν να ακούγονται δεκάδες άλλοι ήχοι, καθώς όλα ξανάβρισκαν σιγά σιγά τη χαμένη τους κίνηση. Τα κλαδιά των δέντρων χόρευαν στη μουσική του χειμωνιάτικου αέρα και το ανθρωπάκι στο φανάρι βημάτιζε σε πράσινη απόχρωση. Ακούγονταν δυνατά οι κόρνες και όλες οι προσπεράσεις αυτοκινήτων. Οσο κιτρίνιζε ο ήλιος στον ουρανό και τα σύννεφα άλλαζαν σχήμα και θέση, ο ρυθμός του πρωινού έγινε τόσο γρήγορος που κανείς δεν πρόσεξε πως στο σημείο που μέχρι χθες έτρεχε ο Δρομέας, τώρα δεν έτρεχε τίποτα. Δεν έτρεχε τίποτα, για κανέναν. Αργά το μεσημέρι, δύο άνδρες του ΕΚΑΒ πλησίασαν και πήραν με φορείο τη νεκρή Αθηνά, για να αποφανθούν ότι η καρδιά της
σταμάτησε επειδή τα τραύματα γυαλιού της είχαν προκαλέσει ακατάσχετη αιμορραγία κι έχανε αίμα επί ώρες, μες στο κρύο. Κόσμος άρχισε να συρρέει και να αναρωτιέται γεμάτος περιέργεια τι συνέβη. Σύγκρουση; Αυτοκινητικό; Κι αν ναι, πού είναι το αυτοκίνητο, το μηχανάκι; Με τι τράκαρε; Πώς έγινε; Και καλά η κοπέλα, αλλά κοτζάμ άγαλμα πώς γκρεμίστηκε; Ωσπου να νυχτώσει κι όλα να παγώσουν ξανά, μαζεύτηκαν πολλά ερωτήματα και πολύς κόσμος, μα ίσως επειδή είχε μονάχα περιέργεια και όχι ενδιαφέρον, δεν κατάφερε ποτέ να μάθει την αλήθεια.
Στην πραγματικότητα… ο Οσκαρ Ουάιλντ δεν υπήρξε κλασικός παραμυθάς, αν και το φανταστικό είναι στοιχείο που υπάρχει στα κείμενά του. Ο ιδιοφυής ιρλανδός έγραψε τον Ευτυχισμένο Πρίγκιπα το 1888, έντεκα χρόνια πριν προκαλέσει σάλο με τον Ντόριαν Γκρέι. Πρόκειται για μια τρυφερή ιστορία ενός αγάλματος και ενός χελιδονιού, σε ένα θλιμμένο αλληγορικό αριστούργημα.
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
Φαρμακείο 60ού Θεραπευτηρίου ΙΚΑ Αθηνών, Αχιλλέα Παράσχου 15, ώρα 15:43.
Μ
Ə ƓƥƠƩ ƩƠƨ Ʀ ƵƠƲƮƪƨƛ
ΓΙΩΡΓΟΣ ΡΟΜΠΟΛΑΣ
ε λένε Νίκο. Το όνομά μου είναι Νίκος. Ονομάζομαι Νίκος. Περιμένω στην ουρά να πάρω φάρμακα. Φάρμακα για καρκίνο. Οχι για μένα. Για τη θεία μου είναι. Τραβιέται καιρό τώρα και περιμένω εγώ να της πάρω τα φάρμακα γιατί… Γιατί, τέλος πάντων, μου έχει σταθεί πολύ στη ζωή μου. Το κάνω κάθε μήνα. Και μετά πάω για καφέ στην ταράτσα του «Μπέμπη» απέναντι -ή μάλλον πήγαινα. Χτες έχασα τη σειρά μου για τα φάρμακα γιατί βγήκα έξω από κάτι φωνές που άκουσα. Και σήμερα, να ’μαι πάλι εδώ. Ηταν τέσσερα γομάρια και έσερναν τον «Μπέμπη». Αν είναι δυνατόν, γέρο άνθρωπο! Ο «Μπέμπης» είναι ένας ήρωας, ο «Μπέμπης» είναι ατομάρα, είναι γίγαντας! Ο «Μπέμπης» είναι οικογενειακός γνωστός. Είναι ένα γέρος, πρώην τσιλιαδόρος, που την αράζει ή την άραζε στο σπίτι-ταράτσα που έχει διαμορφώσει. Ο «Μπέμπης», κατά κόσμον Γιάννης Κούρσαλης, γεννήθηκε προπολεμικά στην Αθήνα. Κοντοπίθαρος, μαυρομάλλης, πονηρός, καταφερτζής, αθεράπευτα ρομαντικός, γέννημα-θρέμμα της πόλης. Γίγαντας. Εκανε καριέρα, κατά κύριο λόγο, στο πεζοδρόμιο της Αριστοτέλους και Μαγνησίας, φυλώντας τσίλιες. Οποτε είχε λεφτά στα χέρια του τα σκορπούσε. Οχι μόνο στα χαρτιά και στα ζάρια. Οπου μπορούσε. Κάποτε, στα 80’s, είχε αγοράσει ολόκληρη μπασκέτα για να παίζουν τα παιδιά της
γειτονιάς. Κάποτε ήταν και αυτός παιδί. Οχι ότι τώρα δεν είναι. Απλώς τότε ήταν έφηβος, εκκολαπτόμενος άντρας. Ο «Μπέμπης» θεωρούσε τον εαυτό του ξύπνιο. Και ήταν. Γιος της μάνας του. Ο πατέρας του τους παράτησε. Τυπική ιστορία. Δούλευε σε ποδηλατάδικο για να τη βοηθάει. Αλλά πάντα έψαχνε το «μεγάλο κόλπο». Βρέθηκαν με το σπίτι τους υποθηκευμένο. Χρέη πάνω σε άλλα χρέη. «Θα το σώσουμε το σπίτι, μάνα», της έλεγε και εκείνη σκοτείνιαζε. Μια μέρα έδωσε στον έφηβο γιο της τα τελευταία λεφτά τους να τα καταθέσει στην τράπεζα. Εκείνος θα έσωζε το σπίτι με το κόλπο που ’χε σκεφτεί. Πρώτη φορά σε μπαρμπουτιέρα και έπαιξε όλα τα λεφτά του σε μια ζαριά. Και έχασε. Βούτηξε τσατισμένος τα ζάρια του νικητή και μέχρι να γυρίσει σπίτι είχε ένα τεράστιο χαμόγελο στα χείλη. Είχε πειστεί ότι τα ζάρια είναι τυχερά και την άλλη φορά, με αυτά τα ίδια ζάρια, θα έσωζε το σπίτι τους. Γιατί είπαμε, ο «Μπέμπης» ήταν αθεράπευτα ρομαντικός. Το ’πε στη μάνα του. Εφαγε δύο σφαλιάρες, του πήρε τα ζάρια και τα πέταξε απ’ το παράθυρο της μονοκατοικίας τους. Το έχασαν το σπίτι σε πλειστηριασμό και εκεί που κάποτε ήταν η αυλή τους, φύτρωσε μια πολυκατοικία. Το
«έκτρωμα» στέκεται ακόμη όρθιο δίπλα στο Θεραπευτήριο του ΙΚΑ, ένα δρόμο πάνω από την Αλεξάνδρας. Τυπική ιστορία, το έξυπνο πουλί από τη μύτη πιάνεται... Πριν από δύο χρόνια ο Ιάκωβος άρχισε να βήχει και δεν μπορούσε να σταματήσει με τίποτε. Αναπνευστική ανεπάρκεια. Πολύ τσιγάρο. Οταν το έμαθε γύρισε στην ταράτσα του, μίλησε στο αγαπημένο του καναρίνι, τον «Χρηστάκη», άναψε ένα τσιγάρο. Αναψε δεύτερο, κοίταξε το συννεφιασμένο αθηναϊκό ουρανό, ξεφύσηξε, χαμογέλασε αργά και έβαλε τα κλάματα. Από τότε το οξυγόνο έγινε αχώριστος σύντροφός του. Στην ταραγμένη δεκαετία του 1960, ο «Μπέμπης» είχε κάνει όνομα στο χώρο των χαρτοπαικτικών λεσχών. Ιδανικός τσιλιαδόρος. Τα χρόνια είχαν περάσει, είχε χάσει τη μάνα του. Αλλά δεν μπορούσε να ξεπεράσει ότι εκεί που καθόταν και έπαιζε μωρό, τώρα είχε φυτρώσει πολυκατοικία. Τον έτρωγε! Είχε βάλει σκοπό να εξιλεωθεί, είχε πειστεί ότι ο «άρχοντας» της πολυκατοικίας έφταιγε για το «έκτρωμα». Είχε πάρει τις πληροφορίες του για το χοντρό διευθυντή τράπεζας, υπεύθυνο της ανέγερσης του πολυόροφου κτιρίου, ιδιοκτήτη του, κάτοικο του ρετιρέ και πλειοδότη του πλει-
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
στηριασμού της μονοκατοικίας του. Θα του το ξε-πλή-ρω-νε. Οπως μπορούσε. Από μικρός στα κόλπα, ήξερε να φυλάει τσίλιες, μέχρι και σκυλάκια ώριμων κυριών έβγαζε βόλτα πού και πού… Είχε μάθει να παραβιάζει και πόρτες. Και πάνω από όλα πίστευε στην τύχη του. Και ένα βράδυ φθινοπώρου αποφάσισε να μπουκάρει στο ρετιρέ του τραπεζίτη. Ετσι, χωρίς να το πολυσκεφτεί. Ανέβηκε πέντε ορόφους, σιωπηλός, στάθηκε στο κατώφλι του ρετιρέ. Διάβασε «Αχιλλέας και Ερμιόνη Παππά» στο κουδούνι, παραβίασε την πόρτα και χώθηκε μέσα σαν ποντικός. Σκοτάδι. Ησυχία. Προχώρησε μέχρι το υπνοδωμάτιο να σιγουρευτεί ότι κοιμούνται και είδε το τεράστιο σώμα του τραπεζίτη να ταλαντεύεται στο ρυθμό του ροχαλητού δίπλα στη μικροσκοπική του γυναίκα. Ηρεμος άρχισε να ψαχουλεύει το σπίτι, βρίσκοντας μερικά χαρτονομίσματα στο τραπέζι της κου-
ζίνας. Ηταν μια καλή βραδιά. Το γλέντησε για μια βδομάδα. Ενιωθε δικαιωμένος, αλλά όχι εξιλεωμένος. Εκλεβε αυτόν που πίστευε ότι τον είχε κλέψει. Ηταν εύκολο -και στο Γιάννη πάντα άρεσαν οι εύκολες λύσεις. Και ως γνωστόν, ο δολοφόνος επιστρέφει στον τόπο του εγκλήματος. Και έτσι ο «Μπέμπης» ξαναμπούκαρε στο σπίτι. Και ένιωθε πάλι τυχερός. Πήρε το χοντρό πορτοφόλι που βρήκε στο σαλόνι και ήταν έτοιμος να φύγει, όταν… Οταν άνοιξαν τα φώτα και βρέθηκε μπροστά η γυναίκα με το νυχτικό της. Πάγωσε. Και εκείνη είχε κοκαλώσει. Ηταν σίγουρος ότι την είχε... βάψει. Μόνο που κάτι το χαμογελαστό του πρόσωπο, κάτι η αγαθοσύνη της γυναίκας, κάτι ότι είχε βαρεθεί τον άντρα της να ροχαλίζει, να κοκορεύεται και να μην της δίνει σημασία όταν του μιλούσε, την έκανε ευάλωτη στο να συγχωρεί οποιονδήποτε «έβλαπτε» τον άντρα της, όπως αυτός «έβλα-
πτε» εκείνη. «Ποιος είναι εκεί;», ακούστηκε η αγουροξυπνημένη φωνή του γιγάντιου διευθυντή τραπέζης. «Κανένας. Κοιμήσου εσύ», απάντησε η γυναίκα. Η ταράτσα του «Μπέμπη» μοιάζει με αυλή των θαυμάτων. Ετσι τη διαμόρφωσε σιγά σιγά. Ενάμισι δωμάτιο με κουζίνα. Τουαλέτα έξω. Και το υπόλοιπο κήπος. Βοκαμβίλιες, δάφνες, πυράκανθοι, γιασεμιά, κάκτοι, τριαντάφυλλα -όλα ανακατεμένα. Πάνω από είκοσι κλουβιά με καναρίνια και ένα σπασμένο ενυδρείο. Και παντού παλιές αθλητικές εφημερίδες. Ενας τεράστιος αρκούδος, ποδήλατα, κούκλες από μαγαζιά με ρούχα, χαλασμένες τηλεοράσεις, τραπεζάκια, τασάκια, μια σπασμένη μπασκέτα. Ενα ραδιόφωνο να παίζει πάντα. Αλλα τα μάζεψε και άλλα του τα χάρισαν. Δώρα. Γιατί από τότε που «συνταξιοδοτήθηκε» κοιμόταν όλη μέρα και το βράδυ φύλαγε τσίλιες. Η δύναμη της συνήθειας. Στην αρχή τον είχα πάρει στο... ψιλό. Ενας γέρος με μια φιάλη οξυγόνου να παραφυλάει μες τη νύχτα. Αλλά αφού γλίτωσε τη γειτονιά μια-δυο φορές από απόπειρες παραβίασης αυτοκινήτων, τον αγάπησαν και του πήγαιναν και κάνα πιάτο φαϊ. Εγινε ο φύλακας άγγελός τους. «Κοιμήσου εσύ». Ο «Μπέμπης» ήταν σίγουρος ότι η τύχη ήταν με το μέρος του. Και το πήρε απόφαση. Θα πήγαινε για τρίτη και... φαρμακερή φορά. Εκανε ακριβώς τις ίδιες κινήσεις, όπως τις προηγούμενες δύο, γιατί ήταν και προληπτικός. Αυτή τη φορά ήθελε να πάρει κάτι ιδιαίτερο. Κάτι πραγματικά μοναδικό. Αυτή τη φορά ήθελε εξιλέωση. Υστερα από αρκετό ψάξιμο άρχισε να τρέμει από τη χαρά του. Είχε βρει αυτό που έψαχνε. Ηταν ένα παμπάλαιο βιολί, σίγουρα κειμήλιο. Ηταν έτοιμος να φύγει από την ανοιχτή πόρτα, όταν άναψαν τα φώτα. Μόνο που αντί για τη γυναίκα μπροστά του στεκόταν ο... γίγαντας τραπεζίτης. Δύο μέτρα και εκατόν πενήντα κιλά! «Σε περίμενα ρε, θα σου πιω το αίμα,
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
π…στη!», του φώναξε. Ο «Μπέμπης» βάλθηκε να τρέχει στα σκαλιά με το βιολί παραμάσχαλα, με τα βήματα του χοντρού τέρατος να αντιλαλούν σε όλη την πολυκατοικία. Ετρεχε σαν τρελός και στα τελευταία σκαλιά άκουσε πάλι την ιαχή «Θα σου πιω το αίμα, π…στη!» και μετά το θόρυβο εκατόν πενήντα κιλών να τσακίζονται στα σκαλιά. Πήγε να φύγει, αλλά γύρισε να κοιτάξει πρώτα. Ο τραπεζίτης είχε σπάσει το πόδι του, έκλαιγε και χτυπιόταν. Δεν άντεξε, άφησε κάτω το βιολί και πήγε να τον βοηθήσει. Ξύπνησε τους γείτονες και φώναξαν ασθενοφόρο. Περίμενε υπομονετικά στο θάλαμο του νοσοκομείου να δει τι θα γίνει. Περίμενε υπομονετικά να έρθει η αστυνομία μετά να τον μαζέψει. Κάποια στιγμή τον φώναξε μέσα η γυναίκα του τραπεζίτη. Και στην ερώτηση «γιατί το έκανες;», η απάντηση ήταν: «Γιατί... φύτρωσες πολυκατοικία εκεί που ήταν το πατρικό μου». Τους είπε για το πόσο βαριά το ’χε πάρει η μάνα του. Στην ερώτηση «γιατί δεν το έσκασες τότε που μπορούσες;», δεν ήξερε να απαντήσει. Το χοντρό «τέρας»-τραπεζίτης είχε
συγκινηθεί, αν και έκανε το δύσκολο. Λίγο που τον πίεσε η γυναίκα του, λίγο που ο «Μπέμπης» ήταν Παναθηναϊκός, δεν κάλεσε αστυνομία. Ο τσιλιαδόρος είπε «ευχαριστώ» και πήγε να φύγει, όταν η γυναίκα τον ρώτησε πού μένει. «Από ’δω και από ’κει», απάντησε. Και η γυναίκα του είπε ότι, αν θέλει, του παραχωρούν την ταράτσα. Απλώς… αν μπορούσε να μην τους ξανακλέψει. Ο «Μπέμπης» το ήξερε από την αρχή ότι η τύχη ήταν με το μέρος του. Σε αυτήν την ταράτσα, που την έφτιαξε όπως ήθελε, έμεινε και μένει ακόμα. Σε αυτήν την ταράτσα των «θαυμάτων», μου έχει πει την ιστορία ίσα με τριάντα φορές. Σε αυτήν την ταράτσα πήγα να του πω ότι μου θύμιζε ένα εγγλέζικο παραμύθι, αλλά με διέκοψε και μου είπε: «Βαριέμαι τις ξενόφερτες αηδίες». Μετά με έστειλε να διαβάσω «κάνα Καββαδία και Φώντα Λάδη». Σε αυτήν την ταράτσα έρχομαι για καφέ μια φορά το μήνα και αφού του πω τα «νέα» μου, αρχίζω μετά να του γκρινιάζω για τον παππού μου που ’χει μείνει κατάκοιτος και πρήζει όλο το σόι. Και εντάξει, γέρος είναι, αλλά και η θεία μου είναι άσχημα και έχει...
πήξει στα φάρμακα και είναι και τριάντα χρόνια μικρότερη και… τέλος πάντων είναι αδικία και υπάρχουν και προτεραιότητες. Τότε με κοιτάζει, χαμογελάει και με ακουμπάει φιλικά στην πλάτη. Δεν μιλάει, σέρνει το οξυγόνο του και πηγαίνει να μου κάνει ελληνικό καφέ. Το θέμα είναι ότι έπειτα από διάφορα κληρονομικά μπερδέματα, η πολυκατοικία έχει έρθει στα χέρια ενός τύπου που δεν μπορεί να καταλάβει ότι ο «Μπέμπης» δικαιούται να μένει στην ταράτσα τσάμπα. Και έτσι, για να μην μπλέκει με δικαστήρια, έβαλε «μπράβους» να τον σύρουν έξω. Και όσο τον έσερναν, ο κοντοπίθαρος παππούς τους κλώτσαγε και κατάφερε, βγάζοντας το οξυγόνο από τα ρουθούνια του, να φωνάξει «Ρουφιάνοι! Που έφαγα τη ζωή μου στις μπαρμπουτιέρες!». Αυτά χθες. Αρα, σήμερα δεν έχει καφέ στην ταράτσα. Σήμερα είμαι πάλι εδώ (ζωντανός) και περιμένω να πάρω φάρμακα. Σήμερα είμαι εδώ ξανά και περιμένω. Και ο παππούς μου είναι ακόμα κατάκοιτος, η θεία μου έχει ακόμα καρκίνο και τον «Μπέμπη» τον ξεσπίτωσαν «μπράβοι». Σήμερα είμαι πάλι σε μια κατάσταση που με πνίγει, σε μια πόλη που πολύ φοβάμαι ότι έχω μάθει να αγαπάω, να μισώ. Αλλά ο «Μπέμπης» τα έβαλε μια φορά με τον γίγαντα και νίκησε. Θα τα ξαναβάλει και θα τα καταφέρει. Παραμύθια για μικρά παιδιά. Ιστορίες για μεγάλους. Τα φάρμακα σας, κύριε! Τα ξεχάσατε, ακούστηκε η φωνή της υπαλλήλου του ΙΚΑ. Δεν είναι για μένα, για τη θεία μου είναι…
Στην πραγματικότητα… ο Τζακ και η Φασολιά πιστώνεται σε περισσότερους από έναν δημιουργούς. Εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 1807, αλλά έγινε γνωστό απ’ την περίφημη έκδοση του Τζόζεφ Τζέικομπ του 1890. Ο μικρός Τζακ ανταλλάσσει μια αγελάδα με πέντε μαγικά φασόλια. Η μητέρα του τσατίζεται, πετάει τα φασόλια, φυτρώνει η φασολιά και εγένετο παραμύθι.
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
Η
Αλίκη είχε αρχίσει να βαριέται. Οχι μόνο το μάθημα που παρακολουθούσε εκείνη τη στιγμή στη Νομική, αλλά τα πάντα: την ίδια τη σχολή της, τον καπουτσίνο που έπινε σχεδόν κάθε μέρα -αλλά και τον γαλλικό που τον προτιμούσε όταν ήταν μία άλλη μέρα από τη «σχεδόν κάθε μέρα»- το χαριτωμένο και ελαφρύ της ψεύδισμα κάθε φορά που αισθανόταν αμήχανα, το facebook, τα quiz του facebook, τη φίλη της που έκανε «ανεπανάληπτο σεξ», το οξύμωρο γεγονός πως η φίλη της έκανε κάθε μέρα «ανεπανάληπτο σεξ», τα πολλά εισαγωγικά στα κείμενα, τα free-press, τα ηλίθια περιστέρια στο Σύνταγμα, τους μπακλαβάδες και τις σοκολάτες (και κυρίως τους μπακλαβάδες με σοκολάτα), τις καφετέριες στη Σκουφά, τα μαλλιά της που ήταν πολύ κατσαρά και δεν ίσιωναν, τις πολικές αρκούδες, τα λεωφορεία που καθυστερούσαν, τα έργα στον Hλεκτρικό, τις ηλεκτρικές κιθάρες, τα καρό φουλάρια που πριν από καιρό τα έβρισκε χαριτωμένα, τους Coldplay, τα αμήχανα ψέματα και τις μηχανικές αλήθειες, το αγόρι της -τα πάντα. Τα μόνα πράγματα δεν βαριόταν η Αλίκη ήταν τα βιβλία. Φρόντιζε, λοιπόν, να κουβαλάει πάντα μαζί της δύο βιβλία, ώστε σε περίπτωση που ολοκλήρωνε το ένα -ή έστω αν απλώς την
Ƈ ƁƪƞƩƦ ƲƳƦ ƶƽưƠ ƳƸƬ ƧƠƴƫƛƳƸƬ ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΟΛΥΜΕΝΕΑΣ κούραζε- να έχει ανά πάσα στιγμή διαθέσιμο ένα δεύτερο. Αφού, λοιπόν, ολοκλήρωσε πρόχειρα τη λίστα με τα πράγματα που βαριέται πολύ, πάρα πολύ ή καθόλου, σκέφτηκε πως είναι μάταιος κόπος να κάτσει στο μάθημα. Μάζεψε τα πράγματά της, σηκώθηκε από τη θέση της και κατευθύνθηκε προς την έξοδο του αμφιθεάτρου. Μόλις άνοιξε την πόρτα είδε να περνά μπροστά της τρέχοντας ένα χοντρό βιβλίο που φορούσε τήβεννο! Η Αλίκη σάστισε. Μπορεί στη Νομική να ήταν πολύ συνηθισμένο να βλέπεις παντού βιβλία, ωστόσο δεν ήταν καθόλου συνηθισμένο να βλέπεις βιβλία να φορούν τήβεννο και να τρέχουν. Κοίταξε ολόγυρά της αν υπάρχει και κάποιος άλλος
που να πρόσεξε το βιβλίο, αλλά ο διάδρομος ήταν άδειος. Αποφάσισε να το ακολουθήσει και δεν δυσκολεύτηκε να βρεθεί πολύ κοντά του, διότι το βιβλίο δεν μπορούσε να κινηθεί πολύ γρήγορα εξαιτίας του όγκου του. Η Αλίκη δεν ήθελε να το πιάσει. Απλώς το πλησίασε και το ακολουθούσε κατά πόδας. Το βιβλίο συνέχιζε να τρέχει και ήταν πολύ παράξενο που όλη αυτή την ώρα δεν βρέθηκε ούτε ένας άνθρωπος να του κλείσει το δρόμο. Ηταν λες και γνώριζε εκ των προτέρων σε ποια συγκεκριμένα λεπτά ποιας συγκεκριμένης ώρας της ημέρας θα μπορούσε να σουλατσάρει ανενόχλητο, δίχως τον παραμικρό κίνδυνο να το σταματήσει κανείς και να το οδηγήσει πίσω στο σπουδαστήριο όπου ανήκε. Υστερα από λίγο το βιβλίο στάθηκε μπροστά σε μία μεγάλη, για τα μέτρα του, πόρτα, έριξε μία ματιά αριστερά και μία δεξιά, την έσπρωξε με δύναμη, μπήκε μέσα και εξαφανίστηκε. Για τα μέτρα της Αλίκης η πόρτα αυτή ήταν μικρή, όχι όμως τόσο μικρή ώστε να μη χωράει να περάσει. Εσκυψε, πέρασε με δυσκολία το κεφάλι της και στη συνέχεια πέρασε και το υπόλοιπο κορμί της. Δεν μπορούσε να καταλάβει πού ακριβώς βρισκόταν, μιας και το δωμάτιο αυτό ήταν τελείως σκοτεινό. Προχώρησε λίγο και βρέθηκε στην αρχή μιας απότομης τσουλήθρας. Σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών, γέρνοντας το σώμα της μπροστά, για να δει πού βρίσκεται το τέλος της τσουλήθρας. Μέσα σε τέτοιο σκοτάδι ήταν αδύνατο να διακρίνει το παραμικρό. Χωρίς να το πολυσκεφτεί, κάθισε στην αρχή της τσουλήθρας, έσπρωξε με τα χέρια της τα δύο πλαϊνά στηρίγματα
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
και άρχισε να καταβαίνει με ταχύτητα. Οσο τσουλούσε η Αλίκη, αισθανόταν να αλλάζει διαρκώς μέγεθος. Μίκραινε και μίκραινε και μίκραινε, ώστε από κάποια στιγμή και μετά μπορούσε να περιστρέφει ολόκληρο το σώμα της μέσα στο διάδρομο. Υστερα από πάρα πολλή ώρα, άρχισε να διακρίνει στο βάθος μία φωτεινή κουκίδα, η οποία μεγάλωνε διαρκώς. «Μάλλον θα είναι η έξοδος της τσουλήθρας», σκέφτηκε. Προσγειώθηκε με ορμή πάνω σε ένα ράφι με βιβλία. Η Αλίκη είχε μικρύνει τόσο πολύ που τα βιβλία ήταν θεόρατα και με δυσκολία μπορούσε να σηκώσει όσο ψηλά χρειαζόταν το κεφάλι της για να διαβάσει τους τίτλους στη ράχη τους. Κοίταξε γύρω της μήπως έβρισκε το χοντρό βιβλίο με την τήβεννο, αλλά δεν το είδε πουθενά. Περπάτησε για λίγη ώρα πάνω κάτω στο ράφι, προσπαθώντας να σκεφτεί έναν τρόπο για να φύγει από εκεί και να μεγαλώσει ξανά, και ξαφνικά κατάλαβε πως το ράφι στο οποίο βρισκόταν δεν ήταν ένα οποιοδήποτε ράφι, αλλά ήταν ένα από τα πολλά ράφια που διέθετε το πιο κεντρικό βιβλιοπωλείο της Αθήνας. Η Αλίκη είχε περάσει πολλές ώρες σε εκείνο το βιβλιοπωλείο (μάλιστα για ένα μικρό διάστημα είχε εργαστεί εκεί ως πωλήτρια), οπότε ήταν απολύτως βέβαιη για τη διαπίστωσή της. Το βιβλιοπωλείο ήταν ανοιχτό εκείνη την ώρα, γεμάτο κόσμο και ήταν πολύ τυχερή που δεν την είχε παρασύρει κατά λάθος κανένας πελάτης ή πωλητής, καθώς θα τραβούσε κάποιο βιβλίο από το ράφι. Η Αλίκη φοβήθηκε και έτρεξε να κρυφτεί σε ένα μικρό κενό που βρήκε ανάμεσα σε δύο βιβλία. Προχώρησε όσο πιο βαθιά γινόταν και για να νιώσει μεγαλύτερη ασφάλεια χώθηκε μέσα στις σελίδες του ενός. Αφού τσαλαπάτησε μια τελεία και σκόνταψε σε ένα κόμμα, μετακινώντας το δύο αράδες παρακάτω, άκουσε κάποιον να φωνάζει: «Ποιος κάνει τέτοιο σαματά; Τι στο καλό συμβαίνει εδώ μέσα;». Ηταν ένας ηλικιωμένος κύριος που φορούσε χοντρά κοκάλινα γυαλιά και κρατούσε στο ένα του χέρι ένα μικρό φανάρι ασετιλίνης. «Εγώ, εγώ είμαι», απάντησε η Αλίκη. Ο κύριος πλησίασε στο σημείο, σήκωσε το φανάρι του στο ύψος του προσώπου της Αλίκης. «Και ποια είσαι εσύ;», ρώτησε,
«Και τι χαμός είναι αυτός που έχεις κάνει εδώ πέρα; Κοίτα χάλια που έχει η τελεία. Και το κόμμα πώς βρέθηκε εκεί κάτω; Α! Σε παρακαλώ δεσποινίς μου, δεν γνωρίζεις ότι πρέπει πάντα να ακολουθούμε τη γραμμή του κόμματος; Εσύ όχι μόνο δεν την ακολούθησες, αλλά το ξαπόστειλες και δύο αράδες παρακάτω. Δηλαδή, τι θέλεις; Να ενημερωθούν τα κεντρικά και να βρούμε κανένα μπελά; Να προσέχεις από εδώ και στο εξής». «Συγγνώ-
μη, δεν το ήθελα», δικαιολογήθηκε η Αλίκη, ψευδίζοντας λίγο και απομακρύνοντας από το πρόσωπό της το φανάρι. «Ξέρετε, τυχαία βρέθηκα εδώ». Τα μάτια του ηλικιωμένου κυρίου γούρλωσαν. «Τι εννοείς τυχαία;», είπε. «Δηλαδή δεν ανήκεις σε αυτό το βιβλίο;». «Δεν ανήκω σε κανένα βιβλίο», εξήγησε η Αλίκη και τον ρώτησε με τη σειρά της: «Εσείς ανήκετε σε αυτό το βιβλίο;». «Εγώ είμαι ο βιβλιοφρικάριος και ανήκω σε όλα τα βιβλία»,
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
απάντησε κάπως εκνευρισμένος ο κύριος. «Βιβλιοθηκάριος εννοείτε», έσπευσε να τον διορθώσει η Αλίκη. «Οχι, εννοώ βιβλιοφρικάριος», είπε ακόμα πιο εκνευρισμένος. «Ο βιβλιοφρικάριος φροντίζει τα βιβλία, για όσο καιρό βρίσκονται στο ράφι. Προσέχει τους ήρωες -κεντρικούς και δευτερεύοντες- τα σημεία στίξης, τις γραμματοσειρές, τα πάντα. Μόλις πάρει κάποιος το βιβλίο από το ράφι και το αγοράσει, ο βιβλιοφρικάριος αποχωρεί διακριτικά και τη φροντίδα του βιβλίο την αναλαμβάνει ο αναγνώστης. Σου φαίνεται, λοιπόν, αυτή η κοπιώδης εργασία να έχει καμία σχέση με την εργασία του βιβλιοθηκονόμου;». «Και σε ποιο βιβλίο είμαστε;», ρώτησε η Αλίκη. «Αυτό δεν το γνωρίζω. Τα κεντρικά δεν μας δίνουν πληροφορίες για τον τίτλο και τους ήρωες του βιβλίου που φροντίζουμε, ώστε να μη δενόμαστε συναισθηματικά μαζί τους. Απλώς μας λένε ‘από σήμερα θα φροντίζεις το βιβλίο που βρίσκεται στη θέση τάδε’. Ομως, πρέπει να φύγεις αμέσως. Αν αγοράσει κανείς το βιβλίο όσο βρίσκεσαι μέσα, θα καταστρέψεις την πλοκή του». «Σας το υπόσχομαι, θα φύγω», είπε η Αλίκη, «όμως, σας παρακαλώ, αφήστε με πρώτα να μάθω πού βρίσκομαι». «Εντάξει, το πολύ
όμως για δύο παραγράφους θα μείνεις. Ούτε σειρά παραπάνω». «Ούτε σειρά», απάντησε με τη σειρά της η Αλίκη. «Λοιπόν, κάτσε να φωτίσω μία λεκτική εικόνα και να σε στείλω εκεί», είπε ο βιβλιοφρικάριος και ύστερα από λίγο έδωσε τις σχετικές οδηγίες. «Πέντε σειρές πιο κάτω είναι ο κεντρικός ήρωας. Κατάλαβα πως είναι αυτός, γιατί έχει το άρωμα που έχουν όλοι κεντρικοί ήρωες. Αντε, τρέχα να του μιλήσεις». Η Αλίκη μόλις πέρασε ένα κεφαλαίο «Τ», άρχισε να μπαίνει στη λεκτική εικόνα. Ηταν σούρουπο, ο καιρός ήταν γλυκός, μάλλον επρόκειτο για ανοιξιάτικη νύχτα και περπατούσε σε ένα σοκάκι της Πλάκας. Κατάλαβε αμέσως πως βρισκόταν στην Αθήνα, αλλά αδυνατούσε να προσδιορίσει το χρόνο. Πρέπει να ήταν πολύ παλιά (πιθανόν κάπου στη δεκαετία του 1930 -μπορεί και λίγο πιο μετά), διότι ούτε πολυκατοικίες έβλεπε ούτε μεγάλα κτίρια. Ελάχιστα φώτα υπήρχαν στο κέντρο, ενώ το μόνο φωτισμένο κτίριο που διακρινόταν ήταν το Πανεπιστήμιο. Φαίνονταν καθαρά μέχρι και οι πρόποδες του Στρέφη, αφού ήταν εντελώς γυμνοί από σπίτια. Στο μεταξύ, είχε πλησιάσει τον κεντρικό ήρωα. «Συγγνώμη», έκανε διστακτικά η Αλίκη, «μήπως μπο-
ρείτε να μου πείτε σε ποιο βιβλίο βρισκόμαστε;». Ο κεντρικός ήρωας τα έχασε και τότε η Αλίκη κατάλαβε πως οι ήρωες των βιβλίων δεν ξέρουν ότι είναι ήρωες βιβλίων. «Με συγχωρείτε, ‘σε ποιο σημείο;’, ήθελα να πω», διόρθωσε αμέσως. «Εδώ είναι η Πλάκα», είπε ο κεντρικός ήρωας και συνέχισε: «Δεν είστε από εδώ, ε;». «Ερχομαι από πολύ μακριά», απάντησε η Αλίκη. «Ψάχνεις κάποιον, μήπως μπορώ να σε βοηθήσω;», πρότεινε με συστολή ο κεντρικός ήρωας. «Οχι, κανέναν» είπε εκείνη. «Συγγνώμη για το θάρρος, αλλά επειδή έχω παιδιά λίγο μικρότερα από εσένα και ανησυχώ, έχεις να μείνεις κάπου, χρειάζεσαι χρήματα, θες να φας κάτι; Αν είναι κάτι που μπορώ να σε βοηθήσω, ευχαρίστως να το κάνω». «Οχι, δεν χρειάζεται. Σας ευχαριστώ πολύ. Μόνο πείτε μου, προς τα πού είναι το Σύνταγμα;». Ο κεντρικός ήρωας της εξήγησε πώς πηγαίνει κανείς μέχρι το Σύνταγμα και λίγο πριν χωρίσουν της είπε: «Πάντως, αν χρειαστείς κάτι, μη διστάσεις να χτυπήσεις. Εγώ τώρα πηγαίνω στο μπακάλικο που είναι στον παρακάτω δρόμο και θα κάτσω μέχρι αργά, γιατί λειτουργεί και σαν καφενείο. Μπορείς να με βρεις εκεί. Το όνομά μου είναι Μιχάλης Παραδείσης». Χαιρετήθηκαν και συνέχισαν προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Ο Παραδείσης, καθώς κατευθυνόταν προς το μπακάλικο, σκέφτηκε πως αυτή θα ήταν μία πολύ ωραία και παράξενη ιστορία που θα μπορούσε να πει στον ανιψιό του, όταν θα κάνουν την Κυριακή τη μεγάλη βόλτα τους στο Θησείο, την οποία έχουν καθιερώσει εδώ και μερικές εβδομάδες. Η Αλίκη πέρασε μία αράδα ακόμα και βγήκε έξω από τη λεκτική εικόνα και με λίγο σκαρφάλωμα βρέθηκε στην πάνω πλευρά του βιβλίου. Μόλις στάθηκε όρθια στην κορυφή του βιβλίου, παρατήρησε πανοραμικά το ράφι και είδε
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
πως στην πλαϊνή του πλευρά υπάρχει μία μικρή πόρτα. Πέρασε πάνω από τέσσερα ή πέντε βιβλία, προσέχοντας να μην πέσει μέσα στα αυτά, και μόλις έφτασε μπροστά στην πόρτα, την άνοιξε και μπήκε μέσα. Βρέθηκε σε ένα στενό και σκοτεινό δωμάτιο, αλλά κατάφερε να διακρίνει πως ακριβώς απέναντί της βρισκόταν μία άλλη μικρή πόρτα. Προχώρησε λίγο, την άνοιξε και προσγειώθηκε κατευθείαν στις σελίδες ενός άλλου βιβλίου. Βρέθηκε πάλι στην Αθήνα, μπροστά στη Βουλή. Ομως αυτήν τη φορά η Αθήνα ήταν ίδια με τη δική της Αθήνα. Και ενώ προσπαθούσε να καταλάβει αν η φωτογραφία στην οποία βρέθηκε ήταν του 2009 ή -το πολύ- του 2008, είδε να κατευθύνεται προς τον μέρος της ένας κουστουμαρισμένος κύριος που κρατούσε σφιχτά στα χέρια του ένα κάδρο. «Σε παρακαλώ πολύ, να φύγεις αμέσως από εδώ» της είπε. «Γιατί να φύγω;», αντέδρασε η Αλίκη. «Γιατί εγώ προστατεύω εδώ πέρα. Είμαι ο προστάτης του Πολίτη και σου λέω ότι πρέπει να φύγεις». «Μα εσύ προστατεύεις αυτό το κάδρο μόνο», παρατήρησε η Αλίκη. «Αυτός είναι ο Πολίτης» είπε ο προστάτης και της αποκάλυψε το κάδρο. «Αυτός είναι ένας απλός κύριος», φώναξε η Αλίκη, «μη με κοροϊδεύεις άλλο!». «Αυτός δεν είναι ένας απλός κύριος. Είναι ο Πολίτης. Ο Κώστας Πολίτης και ως υπάλληλος του υπουργείου Προστασίας του Πολίτη τον προστατεύω από κάτι κοριτσάκια σαν και εσένα», εξήγησε ο προστάτης. «Εγώ, λοιπόν, δεν τον ξέρω τον Κώστα Πολίτη, δεν μου λέει απολύτως τίποτα το πρόσωπό του», πέρασε στην επίθεση η Αλίκη. «Δεν σου λέει; Καλά δεν μυρίζεις τιρινίνι στην ατμόσφαιρα;», ρώτησε ο προστάτης. «Να μυρίζω τι;», ρώτησε με τη σειρά της η Αλίκη. «Τιρινίνι!», επανέλαβε ο προστάτης. «Μα καλά, πότε γεννήθηκες; Δεν έχεις ακούσει για το 1987; Ποιος νομίζεις ότι προπονούσε εκείνη τη μεγάλη ομάδα;». Η Αλίκη εξαγριώθηκε: «Γεννήθηκα το 1990 και σας ξαναλέω ότι δεν τον γνωρίζω τον Πολίτη και δεν πρόκειται για χάρη του να φύγω από δω πέρα!». «Τώρα θα δεις, λοιπόν...», την απείλησε ο προστάτης. «Προστάτες του Πολίτη! Προστάτες του Πολίτη! Ελάτε να συλλάβετε αμέσως αυτό το αναρχικό στοιχείο!». Μέσα
σε λίγα δευτερόλεπτα εμφανίστηκαν από δύο διαφορετικές μεριές γύρω περίπου 15 κουστουμαρισμένοι κύριοι, που κρατούσαν σφιχτά ένα κάδρο του Κώστα Πολίτη. Η Αλίκη ήταν έτοιμη να λιποθυμήσει από την ταραχή της, όταν ένιωσε ένα χέρι να τη σκουντάει. Γύρισε να δει ποιος ήταν. Ηταν η φίλη της που κάνει «ανεπανάληπτο σεξ». «Αντε, ξύπνα», της λέει. «Μόλις σου έκανε παρατήρηση ο καθηγητής επειδή κοιμόσουν». Επαναπροσδιορισμός δεδομένων: αμφιθέατρο Νομικής, ώρα μαθήματος, δίπλα η φίλη που κάνει «ανεπανάληπτο σεξ», καπουτσίνο στο έδρανο. Η Αλίκη είχε αρχίσει να βαριέται.
Στην πραγματικότητα… ο Τσαρλς Ντότσον έγινε γνωστός με το παρατσούκλι Λούις Κάρολ, όνομα που έγινε γνωστό απ’ την ιστορία της Αλίκης στη Χώρα των Θαυμάτων. Η ιστορία της μικρής Αλίκης που ταξιδεύει σε φανταστικούς κόσμους εκδόθηκε το 1862 και έγινε ένα από τα πιο αγαπημένα παιδικά αναγνώσματα της ιστορίας με αμέτρητες τηλεοπτικές/κινηματογραφικές μεταφορές, εσχάτως και δια χειρός Τιμ Μπάρτον.
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
Η
ταν πάλι νύχτα. Στο βάθος τρεμόπαιζε ένα μικρό φωτάκι. Διέσχισε πλαστικά κρύα πλακάκια, σκληρά κάτω απ’ τα πόδια της, εκτός από το μαλακό σημείο που κάλυπτε το χαλί και άγγιζε απαλά, φιλικά, την πατούσα της. Αυτό κράτησε λίγο. Μετά, η πατούσα της προσέκρουσε πάλι στο σκληρό πάτωμα. Το περπάτησε με ταχυπαλμία, με άγχος. Τα πόδια της παραπατούσαν. Προσπέρασε μια αϊνσταϊνική φιγούρα στον καθρέφτη του χολ -με αναμαλλιασμένα, κολλημένα μαλλιά προσπέρασε την αντανάκλασή της. Διέσχισε ένα άνοιγμα-κούφωμα: τρύπωσε στο σαλόνι. Στον ίδιο χρόνο που χρειάστηκε για να φτάσει, οι
Cocorosie θα ηχογραφούσαν τέσσερα τραγούδια στην μπανιέρα και η Μπγιορκ θα προλάβαινε να φτιάξει τα μαλλιά της κοτσιδάκια. Βούλιαξε δίπλα στον μπαμπά της στον παχύ καναπέ, στη συνηθισμένη της θέση. Ο μπαμπάς της μύριζε κάτι που της διέφευγε πλέον, κάτι σπιτικό και γνώριμο πάντως. Η μάνα της καθόταν απέναντι και δεν κατάφερε να
Ƈ ƸưƠƞƠ ƩƮƨƫƸƫƜƬƦ ΕΥΗ ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΥ
τη μυρίσει, αλλά έτσι κι αλλιώς η μάνα της δεν μύριζε ποτέ τίποτα. Η ταινία είχε αρχίσει αλλά δεν είχε σημασία, γιατί ποτέ δεν έβλεπε την ταινία, παρά μόνο ως ένα συνονθύλευμα χρωμάτων και ήχων που μεταβάλλονταν γρήγορα μπροστά στην ταπετσαρία του τοίχου. Εκείνης, παρότι δυσκολευόταν κάθε φορά να φτάσει, της άρεσε να κάθεται στο σαλόνι, γιατί μετά οι γονείς
της την άφηναν να ξανακοιμάται. Και θα έκανε οτιδήποτε για να συνεχίσει να κοιμάται. Οι γονείς της κοιμούνταν πάρα πολύ, αλλά κι όταν δεν κοιμούνταν ήταν σαν να κοιμούνταν. Αρα, σκέφτηκε, έμοιασε στους γονείς της. Ή ίσως έφταιγε εκείνη η γκαντέμω θεία που δεν την είχαν καλέσει στη βάφτιση και, η βλαμμένη, εμφανίστηκε τελικά στο τραπέζι από μόνη της, κι αφού έκανε έναν καβγά για το ότι είχαν τελειώσει τα σερβίτσια με τη χρυσή μπορντούρα και τη σέρβιραν σε πορσελάνη λευκή, είπε, «κοιμισμένη μου φαίνεται». Η new age μαμά της τα... πήρε και, ακόμα και τώρα, δεκαέξι χρόνια μετά, ανέλυε διεξοδικά την κιτς νταρκ γουέιβ εμφάνιση ασορτί με το χαρακτήρα της θείας, προσθέτοντας ότι διέθετε «μεγάλη συγκέντρωση κακής ενέργειας, δηλαδή κακό μάτι». Τότε όλοι ξέχασαν το θλιβερό συμβάν, αλλά στα δεκαέξι, ξαφνικά, λίγο πριν από τις Πανελλήνιες, λίγο μετά το παταγωδώς αποτυχημένο «πήδημα» με τον Αρη -που έλαβε χώρα θεωρητικά για να ξεφορτωθεί την παρθενιά της- άρχισε να... σαπίζει στον ύπνο. Εκείνο το βράδυ, πάντως, ο κάπως χίπστερ Αρης είχε δηλώσει ότι προτιμάει να βλέπει τσόντες στον ίντερνετ και να τον παίζει από το πηδάει γκόμενες που, «παραμυθιάζονται συστηματικά με κάθε καινούργιο, αποκλειστικά εναλλακτικό, πράγμα, που δεν το ξέρει όλος ο κόσμος και «φτύνουν» αυτό που αποθέωναν, όπως ας πούμε τις Cocorosie που τώρα έγιναν λίγο γνωστές και άρα... σούπα». Η ίδια τις Cocorosie τις θεωρούσε εξαρχής «νιαουρίσματα», αλλά η δήλωση του Αρη τη συγκίνησε τόσο ώστε να χώσει τη γλώσσα της στο λαιμό του -ο πούτσος του όμως όχι, αφού εδώ που τα λέμε ποτέ δεν τρελαινόταν για πούτσους. Μπορεί να ήταν μόνο δεκαέ-
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
ξι αλλά αυτά τα πράγματα τα ξέρεις από μικρή, το λέει και ο Φρόιντ -χελόου, τα παιδιά έχουν λίμπιντο- ξέρεις λοιπόν από παιδί άμα θες να πιάσεις στήθο ή πούτσο, και η ίδια, πριν την πιάσει η κατάρα της θείας και σαπίσει στο κρεβάτι, το μόνο που είχε πιάσει με αγαλλίαση ήταν το βυζί της Αννούλας της ψηλής, στα αποδυτήρια, μετά το μάθημα της γυμναστικής της Νικόλτσου. Το δίλημμά της ήταν, δηλαδή, στήθος ή μπούτι -πράγμα που, μετά τη φάση με τον Τάσο, δεν άλλαξε θαυματουργώς... Μπορεί να έφταιγε κι εκείνο το ρημάδι το έξτασι που πήρε για να γουστάρει με τον Τάσο εκείνο το βράδυ: είχε διαβάσει ότι σε κάποιους που έχουν ευαισθησία δύναται να προκαλέσει κατάθλιψη σε δέκα χρόνια από τη λήψη -αν όχι και επιτόπου- γιατί κάτι κάνει με τους υποδοχείς, πάνω-κάτω, τρέχα-γύρευε, αλλά το είχε διαβάσει σε κάποια μεγάλη εφημερίδα -όχι, ξέρω ’γω, στη Ζωή του Παιδιού, που είναι εξαρχής εναντίον των ναρκωτικών- και της είχε φανεί επιστημονικό-αντικειμενικό. Την επομένη όμως άρχισε να πέφτει, να πέφτει, να πέφτει, κάτι που διήρκεσε περισσότερο από το γνωστό πέσιμο-μετά-το έξτασι (πολύ περισσότερο!) και να κοιμάται, κοιμάται, κοιμάται ατέλειωτες ώρες, λες και την είχε τσιμπήσει το αδράχτι της ωραίας κοιμωμένης. Να κοιμάται λίγο παραπάνω κάθε μέρα, μέχρι που έφτασε να κοιμάται σχεδόν όλη μέρα. Η μάνα της δεν το κατάλαβε, τα ροζ λεξοτανίλ και τα σιπραλέξ που έπαιρνε με τις χούφτες δεν της επέτρεπαν να ανησυχήσει πολύ για τον πόλεμο στο Αφγανιστάν, την αναρριχόμενη τιμή των αβγών ή τα πολλαπλασιαζόμενα πρεζάκια της γειτονιάς, πόσο μάλλον για την ίδια της την κόρη που γινόταν, εδώ που τα λέμε, όλο και πιο βολικά υπάκουη. Το βράδυ, λοιπόν, ξεμύτιζε από το δωμάτιό της με αργά βήματα και καθόταν στον καναπέ, στη συγκεκριμένη θέση δίπλα στον πατέρα της, όπου έβλεπαν όλοι μαζί τηλεόραση, και το τηλεκοντρόλ το κρατούσε πάντα εκείνος, εφόσον ήταν ο μόνος που ενδιαφερόταν να το κρατήσει. Εβλεπαν ό,τι έπαιζε και ειδικά την εκπομπή με τα νέα ταλέντα, τρώγοντας μακαρόνια με τυρί, φακές ή πρασόρυζο, το μοναδικό της γεύμα της μέρας, εκτός από τη μεσημεριάτικη πορτοκαλάδα που απαιτούσε η μαμά της να πιει -εφόσον έπινε την πορτοκαλάδα της, η μαμά θεωρούσε ότι όλα ήταν κομπλέ: ότι εδώ έχουμε μία μητέρα που στίβει και μία κόρη που πίνει, ίσον κομπλέ! Μια φορά που
αρνήθηκε να την πιει, η μαμά έπαθε πανικό, «σκορβούτο θα πάθεις παιδάκι μου, θ’ αρρωστήσεις, πιες την πορτοκαλάδα σου τώρα». Κατά τις τρεις το πρωί ξανακυλούσε στο δωμάτιό της και κοιμόταν εκεί μέχρι το επόμενο βράδυ που ξανασερνόταν στο καθιστικό. Ο πατέρας της ήταν ευχαριστημένος που την είχε «μαντρωμένη» και έτσι περνούσαν οι μέρες, οι βδομάδες, οι μήνες. Το να χάσει η κόρη του την τάξη στο σχολείο φαινόταν να το θεωρεί λιγότερο σημαντικό από το να την έχει να τρέχει στα μπαρ με τίποτα αγόρια. Ετσι, έβλεπαν συνέχεια τηλεόραση. Συνέχεια. Πρέπει να είχαν περάσει πια εκατό μέρες ή εκατό Σαββατοκύριακα ή εκατό χρόνια όταν μια μέρα μπούκαρε στο δωμάτιό της κάποιος που, μιας και δεν άνοιξε τις κουρτίνες διάπλατα και δεν είπε την καθημερινή φράση «να σε δει λίγο ο ήλιος» και επιπλέον μύριζε έντονα coconut balm- δεν πρέπει να ήταν η μαμά της. Ο «κάποιος» ακούμπησε την πορτοκαλάδα στο περβάζι, της τσίμπησε το μάγουλο και της έτριψε κάτι κάτω από τη μύτη. «Ρούφα», είπε. Ρούφηξε με όλη της τη δύναμη κάτι που την έκανε να φταρνιστεί απαλά πάνω στα μούτρα
του κάποιου. Ο «κάποιος» μετά έδιωξε από τα μάτια της τα μαλλιά της που σχημάτιζαν κουρτινάκια και την εμπόδιζαν κάπως τελευταία να δει τηλεόραση, δηλαδή τις γνωστές αντανακλάσεις που υπνωτικά χάζευε, και της έσκασε ένα παρατεταμένο γλωσσόφιλο όλο σάλια και βελούδο, του οποίου η γλύκα ξύπνησε όλο της το σώμα. Είδε τον ήλιο, τα ρεμερόν στο κομοδίνο, την πορτοκαλάδα, την Αννούλα. Και ξύπνησε. Κομπλέ, σκέφτηκε.
Στην πραγματικότητα… ήταν μια κοπέλα Ωραία που έγινε Κοιμωμένη, αφού πρώτα τρυπήθηκε με το περίφημο αδράχτι, για να ξυπνήσει και να βρει τον πρίγκιπά της. Η ιδέα κατοχυρώνεται στον Τζιανμπατίστα Μπαζίλε απ’ το μακρινό 1634, πρωτογράφτηκε απ’ τον Τσαρλς Περό το 1697 και ανασκευάστηκε απ’ τους αδερφούς Γκριμ το 1812. Η φήμη της Ωραίας Κοιμωμένης απογειώθηκε χάρη στην Disney και την ταινία κινουμένων σχεδίων του 1959.
Ζ
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
ούσε κάποτε στο Περιστέρι η Μαρία, ένα κορίτσι όμορφο και λεπτοκαμωμένο. Eμενε με την υπερήλικη γιαγιά της, γιατί οι γονείς της στο χωριό ζορίζονταν οικονομικά. Hταν στο τρίτο έτος της Νομικής, χωρίς να την πολυσυμπαθεί, και χρωστούσε ήδη κάμποσα μαθήματα. Για να βγάζει χαρτζιλίκι σέρβιρε ποτά σε ένα μπαρ των Εξαρχείων, όπου πήγαινε ακόμα και στα ρεπό της, για να χορέψει με την παρέα της αλτέρνατιβ επιτυχίες. Δεν περνούσε κι άσχημα, ζήλευε όμως τις συμφοιτήτριές της που έρχονταν για μάθημα «στην πένα», ενώ εκείνη φορούσε ακόμα κάτι άθλια παπούτσια από το Λύκειο. Εκανε λοιπόν οικονομίες κι ένα Σάββατο πρωί πήρε σβάρνα τα μαγαζιά. Δεν χρειάστηκε να ψάξει πολύ, γιατί κάπου εκεί στο Μοναστηράκι, αντίκρισε ένα ζευγάρι κατακόκκινα ολ-σταρ που... της έκλειναν το μάτι. Στην αρχή της φάνηκαν λίγο άχαρα και ανίκανα να την «ανεβάσουν» στα μάτια των φιλενάδων της, μόλις όμως τα δοκίμασε τα ερωτεύτηκε. Και όταν τα πλήρωσε,
ƓƠ ƩƻƩƩƨƬƠ ƯƠƯƮƼƳƲƨƠ ΝΙΚΟΛΑΣ ΖΩΗΣ
ένιωσε σαν να διάλεγε καινούργιο τρόπο ζωής. Από τότε δεν τα αποχωριζόταν ποτέ. Τα φορούσε μέχρι και στην κηδεία της γιαγιάς της. Δεν ήταν βέβαια κατάλληλα για πένθος, αλλά τα αγαπούσε πολύ και οι καημένοι οι γονείς της την κοίταζαν χωρίς να λένε τίποτα. Στην κηδεία συνάντησε και τη θεία Πέπη, «φτασμένη» μεγαλοδικηγόρο και ειδική στις ευεργεσίες, που μόλις είδε την ατάραχη Μαρία και τους περίλυπους γονείς της, ανέλαβε δράση. «Θα την πάρω υπό την προστασία μου» είπε. «Και θα τη φτάσω πολύ ψηλά». Ετσι η Μαρία
μετακόμισε σε ένα δυάρι της θείας Πέπης, στην Αγία Παρασκευή, νομίζοντας ότι η τύχη της οφειλόταν στο ακαταμάχητο στιλ και τα κόκκινα σταράκια της. Ομως η θεία Πέπη τα πέταξε στο πατάρι και της αγόρασε ακριβά παπούτσια και ρούχα κυριλέ. Την έβαλε σε μια σειρά, την έστρωσε στο διάβασμα για να περάσει τα χρωστούμενα μαθήματα και την έκανε βοηθό στο δικηγορικό της γραφείο. Ολοι στην οικογένεια τη θαύμαζαν. Οταν κάποτε ήρθε και η ώρα για το πτυχίο της Μαρίας, η θεία Πέπη της έδωσε λεφτά
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
να αγοράσει καινούργιο φόρεμα και παπούτσια για την ορκωμοσία. Η Μαρία όμως δεν έβρισκε τίποτα που να της αρέσει. Ενώ περιεργαζόταν τις βιτρίνες, συνάντησε έναν παλιό της φίλο από το μπαρ στα Εξάρχεια, και αποφάσισαν να «φάνε» τα λεφτά πίνοντας και χορεύοντας σε αλτέρνατιβ στέκια. Το βράδυ δεν είχε μείνει φράγκο για ψώνια, η Μαρία όμως ήξερε τι παπούτσια θα φορέσει στην ορκωμοσία. Την επόμενη μέρα, από την είσοδο του κτιρίου μέχρι την αίθουσα τελετών, όλοι είχαν καρφωμένα τα μάτια τους στα κόκκινα σταράκια που η Μαρία είχε ξεθάψει από το πατάρι. Οι γονείς της είχαν το γνωστό περίλυπο ύφος και η θεία Πέπη δαγκωνόταν μέσα από το χαμόγελό της. Αλλά η Μαρία δεν σκεφτόταν τίποτε άλλο από τα κόκκινα σταράκια της. Ακόμα και όταν ο πρύτανης της έσφιξε το χέρι και είπε κάτι για την επιστήμη της, εκείνη είχε το νου της στα παπούτσια της και στους συμβολισμούς τους, σε μια τελετή ορκωμοσίας. Και το απόγευμα η θεία Πέπη της είπε ότι αυτό που έκανε ήταν πολύ ανάρμοστο και καθόλου πρέπον, αν ήθελε πραγματικά να γίνει δικηγόρος. Και ο καιρός περνούσε, ενώ η Μαρία άρχισε να πηγαίνει καλά με τη δουλειά της. Το περιστατικό με την ορκωμοσία της είχε ξεχαστεί και όλοι τη θαύμαζαν ξανά, έτσι εργατική και περιποιημένη που ήταν. Ενα πρωί, όμως, είχε ραντεβού με τη θεία Πέπη έξω από τη σχολή Ευελπίδων για ένα δικαστήριο πολύ σημαντικό. Εκεί που ετοιμαζόταν, το βλέμμα της έπεσε στα τριμμένα πλέον κόκκινα σταράκια της. Τα κοίταξε μια φορά, έριξε μια υποτιμητική ματιά σε κάτι μαύρα κυριλέ παπούτσια που είχε αγοράσει και μετά πάλι τα κόκκινα σταράκια. Τελικά τα φόρεσε και βγήκε έξω. Ο ήλιος έλαμπε και μόλις η θεία Πέπη αντίκρισε τα παπούτσια έσφιξε τα δόντια, αλλά βιαζόταν και δεν είπε τίποτα. Εξω από την πόρτα των δικαστηρίων ένα πρεζάκι, που κάτι θύμιζε στη Μαρία, τις σταμάτησε ζητώντας μια μικρή βοήθεια. Η θεία αλαφιασμένη τον αποπήρε, όμως εκείνος κοίταζε τα πόδια της Μαρίας. «Α, τι ωραία παπούτσια!», είπε. «Να μη βγαίνετε ποτέ από τα πόδια της όταν χορεύετε», συνέχισε, απλώνοντας αργά το χέρι του στα κόκκινα σταράκια. Και όλος ο κόσμος μέσα στο δικαστήριο κοιτούσε τα παπούτσια της Μαρίας επίμονα. Οσο εκνευριζόταν η θεία, τόσο χαιρόταν η ανιψιά
της, σκεπτόμενη τα κόκκινα σταράκια και τους συμβολισμούς τους σε μια αίθουσα δικαστηρίου. Τελικά όλοι βγήκαν ευχαριστημένοι και η Μαρία με τη θεία της στάθηκαν στην είσοδο της Ευελπίδων όπου σταμάτησαν ένα ταξί. Αλλά τη στιγμή που η Μαρία έκανε να μπει, πετάχτηκε το πρεζάκι που καθόταν ακόμα εκεί κοντά: «Α, τι ωραία παπούτσια! Να μη βγαίνετε ποτέ από τα πόδια της όταν χορεύετε». Τότε η Μαρία ένιωσε αναγκασμένη να κάνει κάποιες χορευτικές φιγούρες. Και από τη στιγμή που ξεκίνησε, τα πόδια της δεν σταμάτησαν να χορεύουν, λες και είχαν κάποια μαγική δύναμη. Πήγε χορεύοντας μέχρι το επόμενο στενό, χω-
Στη Μαρία, όμως, εκείνα τα παπούτσια είχαν γίνει έμμονη ιδέα. Τα φόρεσε το ίδιο βράδυ για να πάει σε ένα πολύ σοβαρό πάρτι στο Κολωνάκι, από τους κύκλους της δουλειάς, όπου όλοι ήταν ντυμένοι στην... τρίχα. Με το που άφησε το παλτό της άρχισε να χορεύει και σύντομα κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Οταν ήθελε να πάει δεξιά, τα παπούτσια χόρευαν αριστερά, κι όταν ήθελε να πάει στην τουαλέτα, τα παπούτσια χόρευαν προς την έξοδο, ώσπου κατέβηκαν τις σκάλες, βγήκαν στο δρόμο και έφτασαν μέχρι τη Βασιλίσσης Σοφίας. Συνέχισε να χορεύει μέχρι το Χίλτον κι από εκεί έφτασε στην πλατεία Μαβίλη, όπου
ρίς να μπορεί να σταματήσει. Ο ταξιτζής αναγκάστηκε να την κυνηγήσει και να τη βάλει με το ζόρι στο ταξί, αλλά τα πόδια της συνέχιζαν να χορεύουν. Κι όπως χόρευαν, κλωτσούσαν άγρια τη θεία Πέπη, που πλέον είχε γίνει και αυτή κατακόκκινη. Στο τέλος της έβγαλαν τα παπούτσια και τα πόδια της σταμάτησαν. Στο σπίτι η θεία Πέπη έκανε μεγάλη φασαρία.
είδε μια γνωστή φυσιογνωμία να της κάνει νόημα. Ηταν το πρεζάκι που, κουνώντας το κεφάλι, είπε πάλι: «Α, τι ωραία παπούτσια!». Η Μαρία ήθελε να βγάλει τα κόκκινα παπούτσια, αλλά είχε πλέον χάσει τον έλεγχο του εαυτού της. Δεν μπορούσε να σταματήσει και χόρευε συνεχώς, περνώντας από δρόμους, πλατείες και μαγαζιά, ενώ οι περαστικοί που
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
την έβλεπαν είτε γελούσαν είτε παραξενεύονταν. Ετσι όπως χόρευε ασταμάτητα έφτασε μέχρι ψηλά την Κηφισίας και σε μια στάση λεωφορείου, κάπου στους Αμπελοκήπους, έπεσε πάνω σε μια διαφήμιση γυναικείων εσωρούχων. Το σκληρό πρόσωπο του ημίγυμνου μοντέλου την κοίταξε μάλλον σαρκαστικά και η Μαρία σχεδόν άκουσε να της λέει: «Συνέχισε να χορεύεις. Συνέχισε, με τα κόκκινα βρωμερά παπούτσια σου, μέχρι να χλωμιάσεις και να παγώσεις. Συνέχισε να χορεύεις από πόρτα σε πόρτα, εκεί που ζουν καλές και τίμιες κοπέλες για να σε βλέπουν και να φοβούνται! Συνέχισε!». «Ελεος!» φώναξε η Μαρία, και δεν μπόρεσε να πει τίποτε άλλο. Τα παπούτσια την τράβηξαν απότομα και εκείνη συνέχισε να χορεύει σαν ξεβιδωμένη μέσα στη νύχτα. Το επόμενο πρωί οι αντοχές της την είχαν σχεδόν εγκαταλείψει. Και είχε ήδη φτάσει χορεύοντας έξω από ένα μεγάλο εμπορικό κέντρο, όταν κατάλαβε τι απόφαση έπρεπε να πάρει για να γίνουν τα πράγματα όπως πριν. Μπήκε στο γιγαντιαίο κτίριο χωρίς να σταματήσει λεπτό το χορό και κατευθύνθηκε σε ένα κατάστημα με γυναικεία, όπου μια πωλήτρια μόλις άνοιγε. «Βγες έξω, βγες έξω! Δεν μπο-
ρώ να μπω, γιατί δεν μπορώ να σταματήσω να χορεύω!» φώναξε η Μαρία. Και η πωλήτρια, χωρίς να ταραχτεί, απάντησε: «Ξέρεις τι θέλεις από εμένα; Και το κυριότερο, ξέρεις τι να κάνεις μετά για να βάλεις μυαλό;». «Ξέρω! Δώσε μου τις καλύτερες γόβες σου και υπόσχομαι να αλλάξω!» φώναξε η Μαρία. Και η πωλήτρια της έδωσε το καλύτερο ζευγάρι γόβες και μαζί μια ασορτί τσάντα. «Τώρα υπέφερα αρκετά για τα κόκκινα σταράκια», είπε η Μαρία φιλώντας το χέρι της πωλήτριας. «Θα πάω αμέσως στο γραφείο της θείας μου για να με δει». Αλλά όταν έφτασε απ’ έξω, είδε μια κοπέλα με πράσινα σταράκια, ταράχτηκε και γύρισε σπίτι της. Ολη τη βδομάδα ήταν πολύ λυπημένη και δυσκολεύτηκε να ξεπεράσει τη μανία της με τα κόκκινα σταράκια. Τα κατάφερε όμως, πήγε στη θεία Πέπη και την ικέτεψε να τη συγχωρέσει. Της είπε ότι θα ήταν πολύ συνετή και θα έκανε ό,τι μπορούσε για να μην την προσβάλει ξανά. Η θεία Πέπη τη λυπήθηκε και τη συγχώρεσε. Και η Μαρία ήταν όντως εργατική και επιμελής. Οταν δεν είχε δουλειά, μελετούσε σκληρά αστικό δίκαιο και ποινικό κώδικα. Ολοι οι συνάδελφοί της τη συμπαθούσαν, αλλά όταν μιλούσαν για ρούχα και διασκεδάσεις εκείνη κουνούσε αποδοκιμαστικά το κεφάλι της.
Το επόμενο Σάββατο θα πήγαιναν όλοι στο πάρτι ενός γνωστού δικηγόρου και τη ρώτησαν αν ήθελε να πάει μαζί τους. Αλλά η Μαρία κοίταξε λυπημένα τους κώδικές της και αρνήθηκε ευγενικά. Εκείνο το βράδυ έκατσε με τον ποινικό κώδικα στα γόνατα και καθώς τον διάβαζε ευλαβικά, ο άνεμος έφερε στο παράθυρό της τους ήχους της πόλης. Σήκωσε το πρόσωπό της και με μάτια που έτρεμαν είπε: «Γαμώ το κέρατό μου, θα πάω κι εγώ». Φόρεσε τις καινούργιες γόβες της, πήρε την ασορτί τσάντα και βγήκε στο δρόμο. Μόλις ο αέρας της φύσηξε το πρόσωπο, ένιωσε μια άγρια χαρά. Σταμάτησε ένα ταξί και σε ένα φανάρι είδε πάλι εκείνη τη διαφήμιση γυναικείων εσωρούχων με το ημίγυμνο μοντέλο, που τώρα της φάνηκε γελαστό και λιγότερο όμορφο από την ίδια. Ανταπέδωσε το χαμόγελο και συνέχισε το δρόμο της, μέχρι που έφτασε στο μαγαζί που γινόταν το πάρτι. Μπήκε μέσα και πλησίασε τη θεία Πέπη και τους συναδέλφους της. Μόλις την είδαν, όλοι κούνησαν επιδοκιμαστικά το κεφάλι λέγοντας: «Εκανες καλά που ήρθες, Μαρία». «Ηταν αυτές οι γόβες που με έφεραν ως εδώ», είπε εκείνη σηκώνοντας ελαφρά το πόδι της, ενώ το δεξί της μάτι πετάριζε κάπως. Η μουσική έπαιζε δυνατά και οι φωνές του κόσμου ακούγονταν όμορφες. Γεμάτη αγαλλίαση και χαρά, η Μαρία εκείνο το βράδυ γλέντησε και ήπιε τόσο πολύ που την επόμενη μέρα δεν θυμόταν τίποτα. Ούτε αναρωτήθηκε ξανά ποια παπούτσια να φορέσει. Δεν την ένοιαξε ποτέ ξανά τίποτα άλλο παρά μόνο η δουλειά της, που της έδινε απροσμέτρητη χαρά. Και όσοι την έβλεπαν, της έλεγαν ότι μοιάζει σαν να βρίσκεται στον παράδεισο.
Στην πραγματικότητα… τα Κόκκινα Παπούτσια είναι ένα ακόμα απ’ τα κλασικά παραμύθια του Χανς Κρίστιαν Αντερσεν. Ενα κορίτσι φοράει τα κόκκινα παπούτσια της και δεν μπορεί να σταματήσει να χορεύει μέχρι να τα βγάλει. Εξαιρετική μεταφορά στο σινεμά απ’ τον Μάικλ Πάουελ, αλλά και η ερμηνεία της Κέιτ Μπους στο ομώνυμο τραγούδι.
Δ
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
ωσ’ του κλώτσο να γυρίσει, παραμύθι να αρχινίσει… Σε μία μικρή συνηθισμένη γειτονιά της Αθήνας όλα κυλούσαν όπως πάντα, αργά και νωχελικά. Οι πολυκατοικίες με την άσχημη αρχιτεκτονική του ’80 κυριαρχούσαν στο τοπίο και οι ελάχιστες νεραντζιές που απέμειναν, προσπαθούσαν να ρουφήξουν παραπάνω καυσαέριο από ό,τι άντεχαν. Οι άνθρωποι ξεκινούσαν το πρωί για τις δουλειές τους, οι νοικοκυρές έβγαιναν στο μπαλκόνι τους για να αερίσουν τα σκεπάσματα, ενώ στη συνέχεια κατέβαιναν για ψώνια και επισκέπτονταν σε κυκλικό ρυθμό η μία την άλλη, για την απαραίτητη κοινωνική πληροφόρηση. Τα παιδιά άλλωστε είχαν φύγει από νωρίς στο σχολείο και τίποτα δεν θα χαλούσε τη μέρα τους μέχρι το μεσημέρι. Στη γειτονιά αυτή ζούσε και ο Στράτος, ένας κατά τα άλλα φιλότιμος και εργατικός, χωρισμένος 35άρης. Ηταν υπόδειγμα γείτονα και αστού, αφού δικαίωμα δεν έδινε κανένα και είχε όλα τα αγαθά που τον κατέτασσαν σε ένα πιο «υψηλό» βιοτικό επίπεδο. Η συμπεριφορά του άρχισε να αλλάζει όταν στη γειτονιά εμφανίστηκαν οι πρώτοι πρόσφυγες. Στην αρχή παλιννοστούντες από τη Σοβιετική Ενωση, αυτούς τους ανεχόταν γιατί μερικοί του θύμιζαν τον παππού του από τη Μικρά Ασία. Μετά όμως ήρθαν κίτρινοι, υπο-κόκκινοι, μελαψοί και τελικά –άκουσον-άκουσον!- μαύροι. Που ο μοναδικός μαύρος που ήξερε και παραδεχόταν ήταν ο Ντ. Μπατίστα -και αυτός γιατί έπαιξε μπαλίτσα στην Εθνική Ελλάδος και φυσικά στην ΑΕΚάρα. Στην αρχή κρατούσε στάση απλώς αδιάφορη. Περνούσε και δεν τους χαιρετούσε, έκανε πως δεν άκουγε αν κάποιος του ζητούσε τη γνώμη και φυσικά δεν πάρκαρε το αμάξι του μπροστά στα κοινόβια που αυτοί αποκαλούσαν σπίτια. Στη συνέχεια όμως έδειξε να ενοχλείται που τα παιδιά τους πήγαιναν με τα Ελληνόπουλα στο ίδιο σχολείο. Αυτός βέβαια παιδιά δεν είχε, τα θεωρούσε πάντα βάρος. Αν είχε όμως, δεν θα τα άφηνε να κάθονται στο ίδιο θρανίο, ούτε καν στο ίδιο προαύλιο με τα παιδιά των άλλων. Οι γονείς τους μας έπαιρναν τις χαμαλοδουλειές, αλλά αυτά θα μορφωθούν και θα ζητάν τη δουλειά των παιδιών του και ίσως -θου Κύριε φυλακήν τω στόματί μου- τη δικιά του (ξέχασα να σας πω ότι ήταν υπάλληλος στο δήμο από τα 25 του, με κάποιο βύσμα κομματικό που είχε ο πατέρας του). Εδώ και κάμποσο καιρό σκεφτόταν τι θα κάνει για να απαλλαγεί η γειτονιά, όπως έλεγε,
Ə ƷƤƼƳƦƱ ơƮƲƩƻƱ ΤΑΣΟΣ ΓΡΑΙΚΟΣ
από τους ξένους, μήπως και καθαρίσει ο τόπος, να γυρίσει η Ελλάδα στους Ελληνες. Και τελικά, έβαλε το σχέδιό του σε εφαρμογή. Ενα βράδυ πήρε την τηλεόρασή του, που ούτως ή άλλως θα άλλαζε να πάρει Plasma, για να βλέπει την «ομαδάρα» του, και την πέταξε σε μία χωματερή που υπήρχε λίγο
πιο μακριά. Στη συνέχεια, το πρωί κατηγόρησε την οικογένεια του Ριτβάν, του μουσουλμάνου που είχε έρθει από το Πακιστάν. Στοιχεία δεν είχε, αλλά είχε το τεκμήριο της «ελληνικότητας». Με συνοπτικές διαδικασίες, ο ιδιοκτήτης του Ριτβάν τον πέταξε από το διαμέρισμα. Ο Αλλάχ δεν μπόρεσε να πα-
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
ρέμβει, είχε δουλειά να προσέχει αυτόχειρες στο Αφγανιστάν! Στη συνέχεια, σειρά είχε ο Ζιαν Χο, από την Κίνα ή τέλος πάντων από εκεί νόμιζε ότι θα ήταν. Αυτόν τον κατηγόρησε ότι έριξε το αυτοκίνητό του πάνω στο δικό του και το τσαλάκωσε ένα βράδυ που ήταν μεθυσμένος. Η αλήθεια είναι ότι ο ίδιος ήταν μεθυσμένος και έριξε το αυτοκίνητό του από την ήδη χτυπημένη πλευρά πάνω στο σαραβαλάκι του Ασιάτη. Υστερα από μερικές ημέρες, ο Ζιάν μάζευε τα μπογαλάκια του και πήγαινε σε άλλο μετερίζι, αφού η γειτονιά κατάφερε να ξεσηκωθεί εναντίον του. Τελευταίο θύμα του ήταν ο Μπάντα, από τη Νιγηρία. Αυτόν τον κατηγόρησε ότι τον ξυλοφόρτωσε. Φυσικά ο γιγαντόσωμος Αφρικανός τον «είχε» με το ένα χέρι, ήταν και αθλητής στα νιάτα του, αλλά ήταν που λέμε «ψυχούλα». Στην πραγ-
ματικότητα, ο «λευκός» μας έμπλεξε σε καβγά όταν τον «κατέβασε» ένας μάγκας από το αυτοκίνητο και τον έκανε «τόπι». Αλλά πού να ψάχνεις τώρα... Αν και η γειτονιά είχε αρχίσει να «ψυλλιάζεται» το τι γίνεται, κανείς δεν τολμούσε να υποστηρίξει τους αλλοεθνείς, γιατί για μια σημαία ζούμε. Η εκδίκηση όμως πάντα είναι ένα... πιάτο που τρώγεται κρύο. Στην περίπτωσή μας, βέβαια, το κρύο έγινε ζεστό, που το φυσάει και δεν κρυώνει! Ο Στράτος μία μέρα γύρισε στις 3 τα ξημερώματα από τα μπουζούκια «στουπί». Πήγε να κάνει καφέ για να ξεμεθύσει. Δεν τα κατάφερε με το γκαζάκι και ενώ το άναψε, του έπεσε στο χαλί. Αμέσως λαμπάδιασε και στην προσπάθειά του να το σβήσει, πήρε το λάδι αντί για το νερό που βρισκόταν παραδίπλα, μέσα στη «σούρα» του. Η φωτιά απλωνόταν γρήγορα, από κουρτίνα σε ντου-
λάπια. Οταν παραδέχτηκε ότι δεν ήταν αρκετά νηφάλιος για να κάνει κάτι, ο Στράτος βγήκε έξω και άρχισε να ουρλιάζει στις 4 παρά, το πρωί πλέον. «Βοήθεια, το σπίτι μου καίγεται, κάποιος του έβαλε φωτιά». «Ποιος μωρέ, οι Κινέζοι μήπως;», απάντησε ο κυρ Αντρέας που είχε αϋπνίες και χάζευε τηλεόραση μέχρι αργά. «Ναι, ναι, αυτοί πρέπει να είναι, οι άτιμοι», απάντησε μέσα στη μέθη και ζαλισμένος από την κάπνα ο Στράτος. «Στράτο, αυτούς τους διώξαμε πριν από καιρό», απάντησε μισογελώντας ο κυρ Αντρέας. «Μήπως είναι οι μαύροι, Στράτο;», πετάχτηκε η κυρία Ευαγγελία, από το διπλανό διώροφο, που η συχνοουρία της την ανάγκαζε να σηκώνεται κάθε μια ώρα και της είχε γίνει βραχνάς. «Ναι, ναι, μπορεί να είναι και αυτοί». «Και αυτούς τους διώξαμε, τους καημένους» είπε νωθρά η κυρία Ευαγγελία, που πάσχιζε να βρει το φως του διαδρόμου. «Ρε μπας και είναι οι μουσουλμάνοι, που κάνουν κάτι τέτοια εκεί στο Ιράκ;», πετάχτηκε ο Δημήτρης, που ξύπνησε γιατί σε μισή ώρα θα ξυπνούσε ούτως ή άλλως για δουλειά και φυσικά ο Στράτος απάντησε «αυτοί είναι, αυτοί είναι οι διάολοι, ποιος άλλος;». «Στρατούλη, ‘κομμάτια’ είσαι. Αυτοί πήραν... πόδι πρώτοι, αγόρι μου. Αντε για υπνάκο και τα λέμε αύριο». «Ρε παιδιά, το σπίτι μου! Το σπίτι μου, ρε παιδιά! Ρε παιδιά...». Και ζήσαν’ αυτοί καλά. Τώρα για εμάς, δεν ξέρω. Στην Αθήνα δεν ζούμε και εμείς;
Στην πραγματικότητα… η περίπτωση του ψεύτη βοσκού είναι άλλη μια διδακτική ιστορία -αυτήν τη φορά σχετική με το τι παθαίνει κανείς αν λέει πολλά ψέματα- απ’ το δάσκαλο του είδους. Ο Αίσωπος γεννήθηκε γύρω στο 600 πΧ. στη Φρυγία, αλλά αυτό ίσως να είναι ανακριβές καθώς νεότεροι μελετητές αμφισβητούν ακόμα και την ύπαρξή του.
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
ƓƠ ƳưƞƠ ƢƮƴưƮƴƬƛƩƨƠ ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΤΤΑΚΟΣ
Μ
ερικοί άνθρωποι λένε ότι το θλιμμένο ύφος που έχουν οι περισσότεροι σκύλοι είναι μέρος της εξελικτικής τους πορείας και ότι άρχισε να χαράζεται στο πρόσωπό τους όταν άρχισαν να ζουν παρασιτικά από τον άνθρωπο. Οταν, δηλαδή, απομακρύνθηκαν από την άγρια ζωή, σταμάτησαν να έχουν τόσο το ρόλο του φύλακα του σπιτιού και οι περισσότεροι από αυτούς άρχισαν απλώς να περιφέρονται στην πόλη. Εγώ δεν πιστεύω σε αυτήν τη θεωρία. Κυρίως γιατί αυτό το θλιμμένο ύφος δεν το έχω δει. Αυτό, όμως, ίσως συμβαίνει γιατί κάποια στιγμή τα πράγματα άλλαξαν: λένε ότι τα σκυλιά ξαναπόκτησαν την περηφάνια τους μετά την άφιξη στην Αθήνα του Λύκου του Τσαντίλα, πριν από μερικά χρόνια. Ο Λύκος ο Τσαντίλας, το πιο οξύθυμο ον στη Γη, γάβγισε λόγια των σκύλων και ούρλιαξε λόγια των λύκων, και σύντομα όλοι οι σκύλοι της Αθήνας έγιναν μια αγέλη υπό την αρχηγεία του. Επιτίθονταν σε περαστικούς, τους τρομοκρατούσαν, έσκιζαν μπατζάκια κι αν έπεφτε καμιά φορά κανένα πορτοφόλι το μάζευαν με προσοχή. Μερικά χρόνια αργότερα, οι σκύλοι χαίρονταν που είχαν τον έλεγχο της πόλης και ο Λύκος ο Τσαντίλας, γέρος πια, χαιρόταν που είχε αγοράσει ένα διαμέρισμα πρώτου ορόφου κάπου στην Καλλιδρομίου. Ολα πήγαιναν καλά, μέχρι που ένας καλός πατέρας νοίκιασε τους τρεις ορόφους, πάνω από το σπίτι του Λύκου, στους τρεις γιους του. Στο μικρότερο γιο, που ήταν λίγο μυαλωμένος και έπαιζε βιολί, νοίκιασε το δεύτερο όροφο. Στο μεσαίο γιο, που ήταν αρκετά μυαλωμένος κι έπαιζε κοντραμπάσο, νοίκιασε τον τρίτο όροφο και στο μεγαλύτερο γιο, που ήταν πολύ μυαλωμένος κι έπαιζε πιάνο, νοίκιασε τον τέταρτο όροφο. Οι τρεις γιοι εξασκούνταν συχνά στα όργανά τους. Και ήξεραν ότι από κάτω τους έμενε ο Λύκος ο Τσαντίλας, με τον καιρό όμως είχαν πει τόσες πολλές φορές μεταξύ
τους το αστείο «σσς, νομίζω άκουσα το λύκο», που στο τέλος σταμάτησαν να φοβούνται και έπαιζαν μουσική οποιαδήποτε ώρα.
Κάποιο βράδυ, περασμένα μεσάνυχτα, ο Λύκος ο Τσαντίλας δεν άντεξε άλλο το βιολί πάνω από το κεφάλι του και αποφάσισε να δράσει. Σκέφτηκε να πάρει την αστυνομία για διατάραξη κοινής ησυχίας, αλλά αμέσως αυτοχαστουκήθηκε, τι πουστριλίκια είναι αυτά σκέφτηκε, και έφυγε από το σπίτι τρέχοντας. Λίγα λεπτά αργότερα ήταν κάτω
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
από το μπαλκόνι του μικρότερου γιου, παρέα με κάπου εβδομήντα σκύλους. «Ε! Εσύ με το βιολί!», φώναξε, «θα σε λιανίσω, ρε! Δεν θα βρει ο παπάς να θάψει, ρε!». Και άρχισε να ουρλιάζει και μαζί του όλα τα σκυλιά άρχισαν να γαυγίζουν. Ο μικρός γιος τα χρειάστηκε και πάνω στον τρόμο του πέταξε το βιολί του στο κεφάλι του Λύκου. Ο Λύκος ζαλίστηκε για λίγα δευτερόλεπτα και μόλις συνήλθε αμέσως έδωσε εντολή και κατέστρεψαν με φωτιά, δαγκωματιές και τσεκούρι το σπίτι του μικρού γιου, ο οποίος όμως είχε προλάβει να διαφύγει στο σπίτι του μεσαίου γιου, στον τρίτο. Ο μικρός γιος έπεσε στο πάτωμα κατατρομαγμένος. «Μην ανησυχείς αδερφέ μου» του είπε ο μεσαίος γιος, που φορούσε ένα μπλουζάκι excelsior, «είσαι ασφαλής εδώ. Εχω ένα βιολί στο σπίτι, έλα να δοκιμάσουμε μαζί ένα κομμάτι». Ο Λύκος, στο μεταξύ, είχε ξανακατέβει κάτω από το σπίτι και μόλις άκουσε τους δύο γιους να παίζουν μαζί, έγινε ακόμη πιο τσαντίλας. «Εσείς τα δύο τα μαλακισμένα!», φώναξε δυσαρεστημένος, «θα σας γαμήσω ανάποδα, ρε! Και τους δύο μαζί!». Ο μικρός γιος τα χρειάστηκε από τις απειλές, ο μεσαίος γιος όμως ήταν πιο ψύχραιμος. «Μην ανησυχείς», είπε, «το βιολί δεν τον σταμάτησε, το κοντραμπάσο όμως είναι πιο βαρύ». Και έριξε στον Λύκο το κοντραμπάσο στο κεφάλι. Ο λύκος έπεσε κάτω για λίγα λεπτά, μετά συνήλθε και πολύ λίγο αργότερα το σπίτι του μεσαίου γιου συγκρινόταν μόνο με σεληνιακό τοπίο ύστερα από πυρηνικές δοκιμές! Ευτυχώς οι δύο γιοι είχαν προλάβει να ανέβουν στον τέταρτο όροφο, στο σπίτι του μεγαλύτερου γιου. «Ηρεμήστε, εδώ δεν πρόκειται να πάθετε τίποτα», είπε ο μεγάλος γιος στους άλλους
δύο, που έκλειναν την πόρτα πίσω τους λαχανιασμένοι και κατατρομαγμένοι. «Ο Λύκος κατέβηκε πάλι στο δρόμο και οι σκύλοι πλέον είναι πάνω από εκατό. Εδώ όμως είναι ψηλά και δεν μας φτάνουν και ούτε ακούγεται τόσο πολύ η μουσική μέχρι τον πρώτο. Ας παίξουμε ένα τραγουδάκι όλοι μαζί να χαλαρώσουμε και αν ο Λύκος μας ξανααπειλήσει, να θυμάστε, το πιάνο είναι πολλές φορές πιο βαρύ από το βιολί και το κοντραμπάσο μαζί». Κι άρχισαν να παίζουν. Ο Λύκος με το που το άκουσε αυτό έγινε ακόμα πιο τσαντίλας και αμέσως άρχισε να φωνάζει: «Ρε αρχιδοκώληδες! Ρε μαλακοσπέρματα! Θα σας γαμήσω, ρε! Θα σιδερώσω τα βρακιά μου πάνω στις μήτρες σας, ρε!» και άλλα τέτοια. Και δεν σταματούσε να φωνάζει και να απειλεί, μέχρι που προσγειώθηκε στο κεφάλι του ένα πιάνο με ουρά. Οποιοσδήποτε άλλος δεχόταν ένα πιάνο με ουρά στο κεφάλι του από τον τέταρτο όροφο, μάλλον δεν θα την έβγαζε καθαρή. Ο Λύκος ο Τσαντίλας όμως απλώς πέρασε τρεις μέρες στο νοσοκομείο με δυο-τρία σπασιματάκια.
Και δύο μέρες αφού ο Λύκος ο Τσαντίλας βγήκε από το νοσοκομείο, το σπίτι του μεγάλου γιου είχε καεί με παγανιστικό τελετουργικό, οι τρεις γιοι είχαν βρεθεί κρεμασμένοι σε δέντρα πάνω στην πλατεία Εξαρχείων, οι γονείς τους είχαν δολοφονηθεί, η ευρύτερη οικογένεια είχε χάσει διάφορα μέλη, τα κατοικίδιά τους είχαν γίνει Γενίτσαροι. Γιατί ο Λύκος ο Τσαντίλας δεν μασάει την πούτσα του.
Στην πραγματικότητα… τα Τρία Γουρουνάκια είναι ένα απ’ τα γνωστότερα παραμύθια που γράφτηκαν ποτέ. Παιδικό, κλασικό, διάσημο. Ο κακός λύκος επιτίθεται στα τρία γουρουνάκια που χτίζουν ό,τι πιο σταθερό μπορούν για να σωθούν. Το παραμύθι είναι «αγνώστου πατρός», καθώς η αυθεντικότητά του χάνεται στο χρόνο. Γνωστότερη εκδοχή αυτή του 1890, σε μια συλλογή του Τζόζεφ Τζέικομπ.
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
Κ
ατάλυμα SANTÉ. Μiα ξανθιά κοπέλα στρέφει απαλά -τάχα τυχαία- το κεφάλι της προς τα αριστερά. Το στόμα της ελαφρώς ανοιχτό, σαν να θέλει να πει κάτι, χωρίς να χαμογελά, σε κάνει να την προσέξεις. Ισως είναι απλώς ο κύκλος που την πλαισιώνει που της δίνει αξία. Χωρίς ενδοιασμούς, ξεπροβάλλει, αφήνοντας μια «χρυσή» ταινία στο φόντο. Σαν σημάδι μιας
ληγμένης εποχής, ενός ληγμένου βασιλείου. Από χρυσόσκονη. Ευτυχώς ο καλλιγράφος πρόλαβε να ολοκληρώσει τα γράμματα βουτώντας την πένα του σε πηχτή, υγροποιημένη, χρυσόσκονη, προτού να τα διασπείρει ο άνεμος. Μόνο που μετά τον καλλιγράφο η όψη βανδαλίστηκε. Στενό πεζοδρόμιο επιδέχεται το συνηθισμένο φθινοπωρινό χείμαρρο. Μικρές αυλακώσεις συγκεντρώνουν εικόνες του ουρανού, μέχρι να ταρακουνηθούν από απρόσεχτους, βιαστικούς βηματισμούς. Η αξία γης έχει πέσει απότομα στην περιοχή, λόγω μιας απρόοπτης εμφύλιας συμφωνίας που προβλήθηκε φορώντας το... αδιάβροχο μιας εμφύλιας σύρραξης μεταξύ άοπλων και ενόπλων, που σαν μάντες καλοθελητές ανέμεναν την πόλη των κατασκευασμένων ερειπίων να τη διαμοιράσουν σε μινιατούρες. Μιας και οι μινιατούρες χωρούν ακόμη και στα ερείπια και μιας και εκμηδενίστηκε μια φορά ο άνθρωπος, έτσι εκμηδενίστηκε και το πεζοδρόμιο. Οπως και οποιοδήποτε άλλο τμήμα που αφορά στις σωματικές του προεκτάσεις. Ακρα μετέωρα πάνω σε μια λωρίδα συμπτυγμένων αποστάσεων. Ορια πολύ στενά για να συγκρατήσουν την πλημμύρα των μυστικών. Ρουφώνται σιωπηλά μέσα στη σχάρα πριν καν προλάβουν να αγγίξουν την άσφαλτο. Τα μυστικά δεν πλησιάζουν στο δρόμο γιατί τσαλαπατιούνται. Φρένα μην περιμένεις εκεί. Η βροχή παρασύρει το γυναικείο πρόσωπο χωρίς να το φθείρει. Το πρόσωπο συνεχίζει να μη
Ƈ ƳƮƲƮƣƮƼƪƠ ΠΑΡΙΑ ΤΟΜΠΡΟΥ
μιλάει. Να μην γκρινιάζει. Να μην παραπονιέται. Το φιλντισένιο της δέρμα δεν έχει σπάσει ούτε στιγμή. Δέχεται να παρασυρθεί πολύ ευνοϊκά. Κατηφορίζει σταθερά πάνω στην υγρή λωρίδα. Για λίγο σταματά σε ένα εμπόδιο. Σε ένα λευκό καγκελάκι. Για λίγο ακινητοποιείται, ελαφρώς τρεμάμενη. Δενν θέλει όμως να κρατηθεί. Το νερό τη στριφογυρνάει απαλά και τη ρίχνει μέσα σε ένα μικρό κομμάτι πρασίνου κάτω από το έδαφος, σε βάθος όσο δέκα αντίχειρες. Το κόκκινο τετράγωνο επανατοποθετείται στο καινούργιο τοπίο. Πλευρά τετραγώνου όσο ένας αντίχειρας επί 1,5 φορά. Τιμή ενοικίου 3,50 ευρώ. Το δωμάτιο της Τοσοδούλας. Το γυναικείο πρόσωπο εξακολουθεί να κοιτάζει στραμμένο προς τη μία πλευρά. Ελαφρώς μουντζουρωμένο από άτυπες πινελιές λάσπης, όχι ιδιαίτερα ζαρωμένο, το κόκκινο τετράγωνο μάχεται επιθετικά με το πράσινο φόντο του λιγοστού μισοφαγωμένου γρασιδιού. Μέχρι που αρχίζει να κινείται. Μοιάζει να μιλάει. Οχι, δεν μιλάει. Με κοιτάζει διαφορετικά. Με κοιτάζει από πιο χαμηλά. Οχι, όχι, δεν μιλάει. Το πρόσωπο κάμπτεται, το πρόσωπο εξαφανίζεται, μια κόκκινη λωρίδα μπαίνει στη θέση του. Για λίγα δευτερόλεπτα μετέωρο. Ο αέρας τώρα τη χαστουκίζει στο μάγουλο. Αργή ανολοκλήρωτη κατάκλιση πάνω στο οριζόντιο επίπεδο. Αιώρηση πάνω από το έδαφος για λίγες μόνο μοίρες. Μέσα από το κουτί ξεπροβάλλει ένα μικροσκοπικό πλάσμα, στο μέγεθος ενός αντίχειρα. Το όνομά της, Τοσοδούλα.
Το μικροσκοπικό πλάσμα, μιμούμενο τις κινήσεις τεντώματος μιας φινετσάτης γατούλας, βγαίνει προσεκτικά από το δωμάτιό της. Με κινήσεις αργές προσπαθεί να ισιώσει το κορμί της. Ελαφρώς σκυμμένη περπατά πάνω στο γρασίδι, επεξεργαζόμενη τα μικροσκοπικά παράθυρα που κοιτάζουν στον τεχνητό κήπο. Το βλέμμα της σταματάει πάνω σε ένα ματσάκι ανεμώνες μέσα σε μία κατακόρυφη πισίνα. Μέχρι και το νερό κατακόρυφα πλαισιώνεται. Μέσα σε γυάλινους πύργους. Ετοιμο να τους σπάσει, να ξεχυθεί πάνω στο σκληρό όριο. Γιατί εκτοπιστήκατε, μικρές μου; Πόσο ζηλεύω την αναπάντεχη σύμπτυξή σας. Σας έφερε τόσο κοντά. Τόσο ώστε να μη νιώθετε μόνες. Και ένα ανεπαίσθητο στραμπούληγμα των άκρων, δεν είναι τίποτε μπροστά στην ακαμψία της φωνής. Με ακούτε μικρές μου; (Καμία απάντηση...) Ούτε εσείς… Γιατί είναι κλειδωμένες οι γυάλινες βιτρίνες σας; Ισως φοβούνται τα μικροσκοπικά πλάσματα της νύχτας. (Πλάι στις ανεμώνες, μια μισοκοιμισμένη νεραϊδούλα παρακολουθεί την Τοσοδούλα μέσα από τη γυάλινη σφαίρα της). Νεραϊδούλα, εσύ με ακούς; Γιατί κοιμάσαι Νεραϊδούλα; Δεν κρυώνεις μέσα στο χιόνι; Και αυτή η στενή σφαίρα; Δεν έχει κοκαλώσει τα φτερά σου; Οι γιγαντούληδες πώς να νιώθουν άραγε όταν οργανώνουν σκυταλοδρομίες πάνω στη γυάλινη σφαίρα; Στραμμένα τα ματάκια της ψηλά, συνεχίζει να επεξεργάζεται το χώρο, προσπαθώντας να αποκλείσει τις ψευδαισθήσεις της αντανάκλασης και να διαγράψει τα περιγράμματα των εσωτερικών αντικειμένων. Το πεδίο της περιορίζεται σε ένα κομμένο ταβάνι και σε όποιο άλλο αντικείμενο τεντώνεται ώστε να αγγίξει το φως. Καθώς περιεργάζεται το δωμάτιο, το βλέμμα της σταματά πάνω σε ένα διπλωμένο χάρτινο ρούχο, τοποθετημένο σε ένα πολύ ψηλό ράφι. Στεκόταν μόνο του στη δεξιά γωνία, σαν ένα πολύτιμο αντικείμενο, μια και δεν υπήρχε τίποτε άλλο τριγύρω να αποσπά το θεατή. Καθώς παρατηρούσε τα σκοτεινά βαθουλώματα της δίπλωσης, το μυαλό της συμπλήρωνε τα κομμάτια που έλειπαν από το ήδη περιορισμένο οπτικό της πεδίο. Το φόρεμα άρχισε να ξεδιπλώνεται, να επεκτείνεται διακριτικά, σαν ένα τοπίο με πολλές διαφορετικές κλίσεις. Ενα ποίημα που υπνοβατούσε πάνω στα ίχνη των πτυχώσεων.
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
Ξαφνικά ένας τεράστιος γατούλης ανεβαίνει με ένα σάλτο πάνω στο πεζούλι. Η Τοσοδούλα, φοβούμενη το γατούλη, κρύβεται μέσα στα λιγοστά χορταράκια. «Νιάου, νιάου, νιάου…», αρχίζει να παρακαλάει ο γατούλης και ξαφνικά το παράθυρο ανοίγει. «Ισως αν νιαούριζα να άνοιγαν και σε μένα», σκέφτηκε η Τοσοδούλα. «Ο γατούλης έχει πιο γνώριμη φωνή από τη δική μου». Πηδάει ο γατούλης με ένα σάλτο να μπει μέσα από το υπερυψωμένο παράθυρο. Με μια άγαρμπη κίνηση, για την οποία νομίζω ευθύνεται η νοικοκυρά περισσότερο παρά ο γατούλης, η μικρή γυάλινη σφαίρα σκάει στο δάπεδο. Με μια κίνηση, χύθηκε όλο το χιόνι στο γρασίδι. Τοσοδούλα: Νεραϊδούλα, είσαι καλά; Νεράιδα: Τι συμβαίνει; Ζαλίζομαι. Τοσοδούλα: Μόλις ξύπνησες. Νεράιδα: Σε έβλεπα Τοσοδούλα, αλλά δεν μπορούσα να κάνω τίποτα. Τοσοδούλα: Θα συνέλθεις τώρα. Νεράιδα: Υπήρξα για πολύ καιρό ακινητοποιημένη μέσα εκεί και κανείς δεν καταλάβαινε.
Τοσοδούλα: Οχι Νεραϊδούλα. Μ’ αρέσει να παρασύρομαι, θα μείνω. Νεράιδα: Οι σχάρες έχουν μεγάλα κενά Τοσοδούλα, να προσέχεις. Τοσοδούλα: Μπα, θα αναζητήσω τα πιο ψηλά ράφια και όχι τις σχάρες. Νεράιδα: Τι είδες μικρούλα και σου μπήκαν ιδέες; Τοσοδούλα: Ενα ρούχο από λέξεις. Εκεί ψηλά. Νεράιδα: Δεν ξεδιπλώνεται εύκολα, μικρούλα. Κι όταν πας να το φορέσεις, θα σου είναι τεράστιο. Τοσοδούλα: Θα με πετάξεις ως εκεί; Νεράιδα: Και βέβαια μικρούλα μου! Η Νεραϊδούλα αρχίζει με μεγάλο πείσμα και υπομονή να τεντώνει τα φτερά της. Δεν τα καταφέρνει όμως. Το σωματάκι της είναι ακόμη δύσκαμπτο. Οποιαδήποτε απότομη κίνηση θα μπορούσε να σπάσει τα φτερά της. Μία ολόκληρη μέρα προσπαθούσε, αλλά μάταια. Ο ήλιος έπεσε και το βράδυ απλώθηκε σαν μικρές δροσοσταλίδες πάνω στα σταματημένα αυτοκίνητα.
Ολοι είχαν την εντύπωση ότι ανήκω εκεί μέσα. Οτι εκείνο το δωμάτιο ήταν αρκετό για μένα. Οτι με μία χειρονομία, ζωντάνευε η νεράιδα του χιονιού. Ασε που ζαλιζόμουν κάθε φορά που με ταρακουνούσαν! Οι γιγαντούληδες είχαν τεράστια απορία για την ποσότητα του χιονιού από την οποία αποτελείται το πάπλωμα της νεράιδας. Συνέχεια με ταρακουνούσαν και με ξεσκέπαζαν! Τοσοδούλα: Εχεις φτερά Νεραϊδούλα όμως και τώρα μπορείς να πετάξεις σε όποια εποχή θέλεις. Νεράιδα: Και θα το κάνω μικρούλα. Πρέπει να μάθω πάλι να πετάω. Θέλεις να έρθεις μαζί μου;
Ας ξεκουραστούμε λίγο Τοσοδούλα, θα προσπαθήσουμε αύριο πάλι. Η Νεραϊδούλα, εξοντωμένη από τις προσπάθειες, γέρνει στο ένα της πλευρό και παραδίνεται αμέσως στο όνειρο. Η Τοσοδούλα αργεί λίγο περισσότερο. Καθώς βρίσκεται ξαπλωμένη στο γρασίδι κοιτάζει διαδοχικά τα αυτοκίνητα που περνούν από μπροστά της, στο ελαφρώς υπερυψωμένο επίπεδο του δρόμου. Υπνωτίζεται από τα φώτα των αυτοκίνητων που πηγαινοέρχονται δεξιά αριστερά, σαν μικρά σμήνη πουλιών που αναζητούν μια άλλη εποχή. Λες και αυτή στην οποία ζουν δεν τους ενδιαφέρει. Κοιτάζουν μονό μπροστά. Δεν
υπάρχει τίποτε τριγύρω. Ούτε δεξιά, ούτε αριστερά. Μόνο δρόμος. Το φανάρι είναι πράσινο. Και η όπισθεν απαγορεύεται. Δεξιά αριστερά, αριστερά δεξιά, τεράστιοι αστράγαλοι, δεξιά αριστερά, μπροστά, πίσω, τακ… τακ… τακ… τακ…τακ… τακ… τακ… τακ… Στη γλώσσα των τακουνιών, η άσφαλτος σιωπά για να ακούσει. Αυτή η γλώσσα είναι γρήγορη, ευλύγιστη, χορεύει με τον αέρα. Γιατί η φωνή μου νιώθει ανάπηρη μπροστά της; Προέκταση της φωτεινής ροής λόγω κεκτημένης ταχύτητας. Διαλύεται σιωπηλά σε δεκάδες μικρά φλας που αναβοσβήνουν μέσα στη νύχτα. Σαν τρύπες μέσα στο όνειρο. Σαν τσιμπολογήματα. Οι πυγολαμπίδες! Οι πυγολαμπίδες! Τα φλας πλησιάζουν το πρόσωπο. Ξαφνικά την τυφλώνουν. Οι τεράστιες πυγολαμπίδες εμφανίζονται μόνο τη νύχτα. Οταν τα σμήνη διαχωρίζονται ευκολότερα. Οι πυγολαμπίδες εστιάζουν τότε στα μικρά μεγέθη. Το μικρό μέγεθος απαιτεί ζουμάρισμα. Οτιδήποτε άλλο εξοικονομείται. Το ρούχο. Το παπούτσι. Η πούδρα. Η λακ. Το μόνο που δεν εξοικονομείται είναι η ευρύτητα του φακού. Αλλά αυτό δεν τους απασχολεί. Μηχανισμός ενσωματωμένος. Μόνο η εντολή μένει. Για το ποιο δωμάτιο σας βολεύει. Ευτυχώς, χωράτε παντού. Καμιά φορά δεν σας χρειαζόμαστε και ολόκληρη. Υψος δωματίου, απεριόριστο. Πάτωμα επίσης. Αν σας είναι μικρό πείτε μου να σας το αλλάξω. Θα κάνετε κράτηση; Πυγολαμπίδες! Πυγολαμπίδες! Μια κράτηση! Το δωμάτιο που σου παραχωρεί μια φωτογραφία είναι ο μοναδικός χώρος όπου η κλίμακά σου δεν έχει σημασία. Ξαφνικά μεγεθύνεσαι. Κάποιες φορές κόβεις το πλαίσιο με την ορμή σου. Ορισμένα σου τμήματα δεν χωρούν καν. Οι πυγολαμπίδες έχουν μάθει να κρατούν τα πιο σημαντικά. Οχι, όχι τον αντίχειρα! Μόνο τα νύχια σας! Λίγο μέση παρακαλώ! Οχι, όχι τα μαλλιά σας! Τα πόδια σας παρακαλώ. Τα χέρια σας, όχι ευχαριστώ, δεν χρειάζεται… Τα χείλη σας; Βεβαίως τα χείλη σας! Και η φωνή; Μόνο τα χείλη σας μικρή μου, μόνο τα χείλη σας.
Στην πραγματικότητα… η Τοσοδούλα μπλέκει σε δύσκολες ιστορίες της λίμνης, με κάτι κακούς βατράχους, μια γριά ποντικίνα και έναν ωραίο πρίγκιπα. Δια χειρός του μεγάλου Χανς Κρίστιαν Αντερσεν, η Τοσοδούλα ήρθε στον κόσμο το 1836 και διακατέχεται, όπως πάντα, από μια υποβόσκουσα μελαγχολία και μια αίσθηση μοναδικότητας του μικρού πλάσματος μέσα στο μεγάλο κόσμο.
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
Η
Αθήνα ήταν μια μεγάλη πόλη, με τεράστιους και χαώδης δρόμους που εξαπλώνονταν σε όλο το λεκανοπέδιο της Αττικής. Ηταν μια πόλη με μεγάλη ιστορία, αλλά τόσο άναρχα δομημένη πια που δεν μπορούσες εύκολα να κάνεις μια βόλτα, ούτε να την περιδιαβείς όπως άλλες τόσες ευρωπαϊκές πόλεις. Ηταν η πιο πλούσια πόλη των Βαλκανίων και τα επόμενα χρόνια θα ξεπερνούσε πολλές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες σε πλούτο, αν δεν εμφανιζόταν εκείνο το «πρόβλημα» οκτώ καλοκαίρια πριν. Η πόλη είχε από χρόνια βρωμίσει και κανείς δεν φαινόταν να νοιάζεται γι’ αυτό. Πέρα από τους υπαλλήλους και τα απορριμματοφόρα του δήμου, που με κόπο κατάφερναν να μαζέψουν τα σκουπίδια που εμφανίζονταν στους δρόμους καθημερινά, η πόλη -και ειδικά το Κέντρο της- παρέμενε εξαιρετικά βρώμικη. Το «πρόβλημα» ξεκίνησε από την κρεαταγορά, την παλιά λαϊκή αγορά στην οδό Αθηνάς. Στην αρχή εμφανιζόταν ένας ένας και αργά το βράδυ. Κανείς δεν φάνηκε για μήνες ολόκληρους να τους παίρνει χαμπάρι και έτσι αυτοί δρούσαν ανενόχλητοι. Ηταν μόνο όταν οι αρουραίοι πολλαπλασιάστηκαν τόσο πολύ, που για να τραφούν χρειάστηκε κάποιοι από αυτούς να βγαίνουν και την μέρα. Στην αρχή, οι καταστηματάρχες και οι πλανόδιοι τους αντιμετώπισαν με περίσσιο θάρρος κυνηγώντας τους μακριά. Αυτό όμως διήρκησε ελάχιστα. Η κατάσταση δε, έγινε ανυπόφορη όταν οι αρουραίοι ξεκίνησαν να γίνονται εξαιρετικά επιθετικοί. Αρχισαν να βγαίνουν όλες τις ώρες της μέρας και να επιτίθενται σε οποιαδήποτε μορφή τροφής. Η κατάσταση στο κέντρο της Αθήνας άρχισε
Ə ƫƠƢƤƫƜƬƮƱ ƠƴƪƻƱ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΧΑΝΤΖΗΣ
να γίνεται επικίνδυνη. Τα δελτία μιλούσαν για μεταλλαγμένο είδος, για φορείς θανατηφόρων ασθενειών, για αδυναμία ελέγχου της κατάστασης από το δήμαρχο. Τα δελτία όμως δεν μιλούσαν καθόλου για τη σταδιακή ερήμωση της περιοχής και την ουσιαστική κατάληψή της από αρουραίους. Οι κάτοικοι έμεναν σπίτια τους για προστασία, αλλά με την πάροδο των ημερών ούτε αυτό φάνηκε καλή ιδέα. Οι αρουραίοι ήταν παντού. Εμπαιναν στα σπίτια από τις καπνοδόχους, τα
παράθυρα, τους φωταγωγούς των πολυκατοικιών. Ξαφνικά έμπαιναν στο δωμάτιο των παιδιών, κάτω από τα σεντόνια τους, ανάμεσα στις πυτζάμες τους. Τσιμπούσαν τα δάχτυλά τους, όταν έσκυβαν να δέσουν τα κορδόνια τους. Μπαίναν στις σχολικές τσάντες τους. Ακόμα και στα φαγητά τους. Επιτίθονταν στα μωρά. Οι μανάδες βρίσκονταν σε απόγνωση. Με το που έδιωχναν έναν, πεταγόταν 3-4 και έκαναν το ίδιο. Οι αρρώστιες και τα κρούσματα δεν άργησαν να κάνουν την εμφάνισή
τους. Στα νοσοκομεία της περιοχής ήταν αδύνατο βέβαια να μεταφερθεί κανένας, μιας και δεν υπήρχε καθαρό σεντόνι και κρεβάτι από την εισβολή των αρουραίων. Ο δήμαρχος δεν είχε για μήνες κάνει καμία κίνηση αντιμετώπισης του φαινομένου. Πολλοί μάλιστα έλεγαν ότι είχε ήδη φύγει από το δημαρχείο της πλατείας Κοτζιά και πως με αφορμή κάποιο δήθεν ταξίδι του σε άλλα σημεία του λεκανοπεδίου, είχε εγκαταλείψει το συγκεκριμένο ζήτημα. Μόνο όταν οι πορείες άρχισαν να διαδέχονται η μία την άλλη αποφάσισε να λάβει μέτρα. Πορείες που πάντα κατέληγαν σε μάχες με τους αρουραίους, στα στενά της οδού Αθηνάς. Πολλοί λένε πως ήταν η μόνη φορά που δυνάμεις καταστολής και φοιτητές συνεργάζονταν κάτω από τον κοινό εχθρό. Στο δημοτικό συμβούλιο, λοιπόν, που έγινε ύστερα από μια μεγάλη πορεία, ο δήμαρχος πρότεινε μεταξύ άλλων τη «ρίψη» εκατομμυρίων
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
γατών στο επίμαχο σημείο της Βαρβακείου Αγοράς, το δηλητηριασμό οποιασδήποτε τροφής του λεκανοπεδίου, την εξάλειψη του φαινομένου με άπειρες ποντικοπαγίδες. Υστερα από ένα μήνα -και αφού φυσικά όλα τα σχέδια είχαν αποτύχει και προφανώς γελοιοποιήσει τις Αρχές- ο δήμαρχος έφτασε σε απόγνωση. Οντας αρκετά εγωιστής για να ζητήσει βοήθεια από οποιοδήποτε άλλο μέρος ή πόλη, αποφάσισε πως η μόνη λύση θα ήταν να γίνει κάποιου είδους βομβαρδισμός. Ευτυχώς για όλους, το σχέδιο αυτό δεν υλοποιήθηκε ποτέ. Ο λόγος ήταν πως εκείνη τη νύχτα, και
λίγο πριν υπογραφεί το σύμφωνο «βομβαρδισμού», ένας χτύπος ακούστηκε στην πόρτα του δημαρχείου. Ενας αστυνομικός μπήκε μέσα και ενημέρωσε το δήμαρχο πως κάποιος πολύ περίεργος νεαρός ζητάει να τον δει. Η επίσκεψή του ήταν σχετική με το ζήτημα των αρουραίων. Ο δήμαρχος, αν και στην αρχή δύσπιστος, δέχτηκε να ακούσει το νεαρό πιο πολύ λόγω υπερβολικής κατανάλωσης αλκοόλ, παρά κάποιου είδους σοβαρότητας για την κατάσταση. Στην αίθουσα εμφανίστηκε ένας λεπτός, ψηλός νεαρός με ένα κόκκινο πουκάμισο και ένα μαύρο καπέλο. Το μόνο που είχε
μαζί του ήταν ένας αυλός. «Λοιπόν», του είπε ο δήμαρχος, «τι μπορείς να κάνεις με έναν μόνο αυλό;». «Ισως δεν με ξέρετε. Μπορείτε όμως να ρωτήσετε τους συναδέλφους σας από τις άλλες ευρωπαϊκές πόλεις. Σίγουρα θα έχετε ακούσει για το μεγάλο πρόβλημα της Πράγας με τις μέλισσες, πέρυσι τον Αύγουστο, ή τη μάστιγα των ακρίδων στην Πούλια. Μπορώ μέσα σε μια μέρα να σας απαλλάξω από τους αρουραίους, χρησιμοποιώντας μόνο αυτόν τον αυλό. Ξέρετε, έχω τη μαγική δύναμη να γοητεύω όλα τα πλάσματα του κόσμου και να με ακολουθούν όσο εγώ παίζω τον αυλό». Θα ήταν παράλογο ένας κανονικός δήμαρχος να εμπιστευόταν μια τέτοια παράλογη ιδέα, αλλά ο συγκεκριμένος δήμαρχος, που πριν από λίγες μέρες είχε προτείνει τη «ρίψη» γατών, ανέβηκε πάνω στην καρέκλα του και άρχισε να πανηγυρίζει σαν να είχε βρει την αιώνια νεότητα. «Ξέρετε, πρέπει να συζητήσουμε και κάτι ακόμα», είπε ο «μουσικός». «Μετά την απομάκρυνση των αρουραίων, θα ήθελα να με πληρώσετε με το ποσό των 5.000 ευρώ»! «5.000 ευρώ;», φώναξε ο δήμαρχος. «Θα σου δώσω 55.000 ευρώ αν μας απαλλάξεις από αυτό το πρόβλημα»!!! Οι δύο κύριοι έδωσαν τα χέρια και ο «μουσικός» αποχώρησε. Εξάλλου, τον περίμενε μια δύσκολη μέρα... Τα ξημερώματα της επόμενης μέρας, ο «μουσικός» έφτασε στο κέντρο της οδού Αθηνάς, στην οδό Ευρυπίδου. Πριν καν προλάβει να παίξει 3 νότες, εκατομμύρια αρουραίοι άρχισαν να εμφανίζονται από όλα τα σημεία της περιοχής. Ενας σεισμός, ένας υπόκωφος θόρυβος αναμιγνυόταν με τις νότες του αυλού. Ο «μουσικός» άρχισε να περπατάει και πίσω του ακουλουθούσαν όλοι οι αρουραίοι. Μικροί, μεγάλοι, νεογέννητοι, επικίνδυνοι, άρρωστοι. Ο «μουσικός», αφού έκανε μια φορά το γύρο της περιοχής, κατευθύνθηκε με τα πόδια προς το μεγάλο ποτάμι της Αθήνας, τον Κηφισό. Πίσω του, μια μαύρη ζωντανή μάζα. Συνέχιζε να παίζει όταν άρχισε να κάνει τα πρώτα βήματά του μέσα στο νερό του ποταμού. Ολοι οι αρουραίοι μεμιάς άρχισαν να πέφτουν στο νερό και να πνίγονται. Ενας προς έναν. Μόνο αφού βεβαιώθηκε πως κανένας αρουραίος δεν είχε μείνει ζωντανός, ο «μουσικός» πήρε το δρόμο της επιστροφής και φυσικά της ξεκούρασης. Αργότερα, το πρωί της ίδιας μέρας, οι κάτοικοι δεν μπορούσαν να πιστέψουν στα μάτια τους. Οι καμπάνες των εκκλησιών άρχισαν να χτυπούν. Οι μαγαζάτορες κερνούσαν τους περαστικούς ό,τι είχε απομείνει από τις προμήθειές τους που δεν το είχαν αγγίξει οι αρουραίοι. Ολοι γιόρταζαν. Κατά το μεσημέρι, ο «μουσικός» παρουσιάστηκε στο δημαρχείο. «Νομίζω πως έκανα αυτό που υποσχέθηκα. Ωρα να
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
κάνετε κι εσείς αυτό που μου υποσχεθήκατε». «Χα!» έκανε ο δήμαρχος. «Θα πρέπει να αστειεύεσαι, άνθρωπέ μου. Δεν έχουμε τόσα λεφτά για πέταμα. Εξάλλου τα ποντίκια είναι πια νεκρά. Και εγώ να είχα έναν τέτοιο μαγικό αυλό, το ίδιο καλά θα τα κατάφερνα. Σκεφτήκαμε όμως με το συμβούλιο να σου δώσουμε 300 ευρώ τιμής ένεκεν». «Κοιτάξτε, επειδή σύντομα πρέπει να μεταβώ στην Ισπανία για παρόμοιους λόγους, θα σας παρακαλούσα να μην με καθυστερείτε άλλο», είπε ο «μουσικός». «Δεν θα πέσω στο επίπεδο ενός μουσικάντη που αντί να λέει ‘ευχαριστώ’, γυρίζει και... δαγκώνει το χέρι που τον ταΐζει. Σας παρακαλώ, πηγαίνετε και μη με ξαναενοχλήσετε. Σήμερα η πόλη έχει γιορτή», είπε ο δήμαρχος. «Εντάξει τότε. Αύριο τα ξημερώματα θα ηχήσει για εσάς μια διαφορετική μελωδία, που δεν θα είναι το ίδιο ευχάριστη. Σας χαιρετώ» είπε ο «μουσικός» και έφυγε, όπως έφυγε και ο δήμαρχος, για να κατέβει στο πλήθος που ζητωκραύγαζε και ζητούσε να μη σπαταληθεί καθόλου από το δημόσιο χρήμα για έναν τσαρλατάνο, παρά για την αποζημίωση των καταστροφών από τους αρουραίους. Ηταν χαράματα, όταν μια γλυκιά μελωδία ξεχύθηκε από το στενό δρόμο της Βορέου. Ο «μουσικός» άρχισε να περπατάει και να κάνει όπως την προηγούμενη μέρα την ίδια διαδρομή. Αυτήν τη φορά δεν ήταν όμως αρουραίοι που άρχισαν να τον ακολουθούν, αλλά παιδιά. Ολων των ειδών τα παιδιά: μεγάλα, μικρά, μωρά που μπουσουλούσαν, αγόρια, κορίτσια. Ολα χαρούμενα και ενθουσιασμένα. Χόρευαν και γελούσαν. Η ευτυχία ξεχύλιζε από τον αυλό και εκφραζόταν στο πρόσωπό τους. Κανείς από τους μεγάλους δεν κουνήθηκε από το κρεβάτι του. Κανείς δεν άκουσε χιλιάδες παιδιά να διασχίζουν το κέντρο της Αθήνας και να οδηγούνται προς τον Υμηττό, το μεγάλο βουνό της πόλης. Μέσα από τα δέντρα ακούγονταν χαρούμενες φωνές και γέλια και συνέχισαν να ακούγονται ακόμα και όταν ο «μουσικός», με κάποιο μαγικό τρόπο, άνοιξε μια τεράστια τρύπα στο βουνό και οδήγησε όλα τα παιδιά μέσα. Μέχρι και το τελευταίο. Ηταν νωρίς το πρωί όταν ένας συντονισμένος λυγμός σκέπασε την καλοκαιρινή ησυχία της πόλης. Ολοι αναζητούσαν τα παιδιά τους. Το τηλεφωνικό κέντρο της αστυνομίας είχε μπλοκάρει. Οι μανάδες έκλαιγαν και οι πατεράδες προσπαθούσαν να ψάξουν. Μάταια όμως. Ολοι είχαν στερέψει από δάκρυα, μέχρι τη στιγμή που ένα παιδί έκανε την εμφάνισή του από το βάθος της Στοάς Καΐρι. Ολοι το κοιτούσαν σαν να έβλεπαν κάτι ξεχωριστό. Κάτι σπάνιο. Και ήταν όντως κάτι ξεχωριστό, κάτι σπάνιο, καθώς ήταν το μόνο παιδί που δεν κατάφερε να φύγει. Εκλαιγε
με λυγμούς και προσπαθούσε να πάρει ανάσα. Ηταν αυτό το παιδί που αργότερα είπε σε όλους τι απέγιναν τα παιδιά τους και εξήγησε την κακοτυχία του να είναι κουτσό και να έχει ένα πλαστικό πόδι, που το έκανε να μην μπορεί να περπατήσει το ίδιο γρήγορα με τα άλλα παιδιά και να μείνει πίσω αγέλαστο και στενοχωρημένο. Οσες έρευνες και αν έγιναν, δεν βρέθηκε κανένα ίχνος στο βουνό που να μαρτυράει κάτι τόσο παράλογο όσο τα λεγόμενα του παιδιού. Καμία έρευνα βέβαια δεν έφερε πίσω στην πόλη τα παιδιά της. Ο δήμαρχος παραιτήθηκε μέρες μετά, αφού πρώτα διέταξε να κατασχεθούν όλοι οι αυλοί, ώστε ποτέ καμία μελωδία από αυτό το διαβολικό όργανο να μην ξα-
νακουστεί στην οδό Αθηνάς, στο κέντρο της Αθήνας, που εκείνο το καλοκαίρι έχασε όλα τα παιδιά της μια για πάντα.
Στην πραγματικότητα… ο Μαγεμένος Αυλός είναι ένα παραμύθι που ίσως λέγεται Μαγικός Αυλός ή ο θαυματοποιός του Χάμελιν ή ο Μαγικός Αυλός του Χάμελιν ή κάπως αλλιώς. Οι αδερφοί Γκριμ επεξεργάζονται το θρύλο της εξαφάνισης κάποιων παιδιών απ’ τη μεσαιωνική πόλη του Χάμελιν. Ενας μουσικός αναλαμβάνει να διώξει τα ποντίκια απ’ την πόλη παίζοντας μουσική, αλλά κάτι δεν πάει καθόλου καλά.
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
Ο
Χάρης είχε παράξενες ιδέες και αλλόκοτη συμπεριφορά· οι συμμαθητές του τον κορόιδευαν. Μερικές φορές έφταιγαν το πολύχρωμο ντύσιμο ή οι ιστορίες που έγραφε στο θρανίο. Αλλά τις περισσότερες φορές έφταιγαν τα βιβλία. Γιατί; Από εκεί αντλούσε τις παράξενες ιδέες. Και διάβαζε πολύ. Η αδερφή του ονομαζόταν Κατερίνα. Δύο τάξεις μικρότερη, ντροπαλή, μελετηρή, χωρίς εξάρσεις χαρακτήρα ή περιττές πρωτοβουλίες, από αυτές που αναστατώνουν κηδεμόνες και καθηγητές. Αν έμπλεκε ήταν εξαιτίας του Χάρη. Ο Χάρης κατέβαζε μια ιδέα (παράξενη) και ξαφνικά μπλεκόταν και η Κατερίνα, επειδή απλώς ακολουθούσε. Τον εμπιστευόταν περισσότερο απ’ οποιονδήποτε και γι’ αυτό πολύ στενοχωριόταν όταν ο πατριός τους του φερόταν σκληρά. Μια φορά ήταν Κυριακή απόγευμα, μία απ’
ƖƛƬƲƤƪ ƩƠƨ ƃƩưƜƳƤƪ ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΛΙΩΤΑΣ τις συνηθισμένες Κυριακές στο καταθλιπτικό σπίτι τους. Είχαν τελειώσει με τα μαθήματα, αλλά δεν μπορούσαν να βγουν έξω να παίξουν. Ηταν τιμωρημένοι από την προηγούμενη μέρα, που ο πατριός, μανιασμένος, έσκισε στα δύο το «Από τη Γη στη Σελήνη». Οχι ότι ο Χάρης είχε εκφράσει ποτέ τη διάθεση να γίνει αστροναύτης, αλλά κατά τον κύριο Ιωαννίδη τα παιδιά δεν έπρεπε να διαβάζουν ανοησίες. Ο πατριός διάβαζε μόνο ποίηση, αραιά και πού. Οχι τίποτα σπουδαίους λογο-
τέχνες, μόνο μέτριους ώστε να μην αδικείται πολύ στη σύγκριση. Οπως και να ’χε, Χάρης και Κατερίνα βαριόνταν, ο καθένας στο δωμάτιό του, έχοντας μπροστά την προοπτική μιας απόλυτα ανιαρής μέρας. Κατά τη διάρκεια των τιμωριών η μόνη ψυχαγωγία που επιτρεπόταν ήταν η τηλεόραση, μιας και, σύμφωνα με τη γυναίκα του πατριού, «θα ήταν βάναυσο να τους την απαγορέψει». Ομως τα δύο αδέλφια δεν έβλεπαν τηλεόραση, παρά μόνο σε dvd κανένα ντοκιμαντέρ με κροκόδειλους και φίδια (αγαπημένο εκείνο με το τρομακτικό μαύρο μάμπα). Η Κατερίνα ξεφύλλιζε ακόμα μια φορά το Δον Κιχώτη, όταν η πόρτα του δωματίου άνοιξε αργά-αργά. Ενας αναψοκοκκινισμένος Χάρης μπήκε νυχοπατώντας και της έκανε νόημα να μη μιλήσει. «Τι συμβαίνει;», ψιθύρισε η Κατερίνα. Ο Χάρης την κοίταξε στα μάτια και είπε συνωμοτικά: «Κατερίνα, μια περιπέτεια ανοίγεται. Ασε να μοιραστώ μαζί σου την μπόρα που μαίνεται στο μυαλό μου». Με τέτοιες σεξπιρικές φράσεις ξεκινούσαν οι μπελάδες. Τη μία αναζητούσαν τα Γελάδια του Ηλιου, στο κοντινό άλσος, την άλλη κυνηγούσαν τον απέθαντο Κοσέι, ενώ μια φορά έσκαψαν στον ακάλυπτο για τα κόκαλα του Μπαρμπαρόσα! «Περιπέτεια;», ενθουσιάστηκε η Κατερίνα. Ο Χάρης ατένισε τον ουρανό έξω από το παράθυρο: «Μια περιπέτεια που θα μας οδηγήσει στην… απαγορευμένη γνώση». Η Κατερίνα σταμάτησε με την παλάμη έναν τρομαγμένο ήχο που θα ’βγαινε απ’ το στόμα της. Τι τους επιφύλασσε η μοίρα; Το να το σκάσουν κατά τη διάρκεια του μακρόσυρτου μεσημεριανού ύπνου του κυρίου Ιωαννίδη ήταν εύκολο. Αλλά το να καταφέρουν να ταξιδέψουν ως εκεί όπου κρυβόταν ο θησαυρός της απαγορευμένης γνώσης, φάνταζε... Οδύσσεια. Για να φτάσουν στ’ ανήλιαγα φαράγγια που περικυκλώνονται
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
από θεόρατα τσιμεντένια δέντρα, έπρεπε να διασχίσουν τρία ρουμάνια, εννιά βουνά και είκοσι εφτά χώρες. Υπογείως. Ανάμεσα σε δύο τραντάγματα του βαγονιού η Κατερίνα έσκυψε στο αφτί του Χάρη: «Φοβάμαι». Ο Χάρης κοίταξε γύρω τους. Απέναντι
κοιμόταν ένας ξεδοντιασμένος γέρος. Δίπλα καθόταν μία κυρία με λάφυρα σε δίχτυα και χαρτοσακούλες. Πάνω από τα κεφάλια τους κρεμόταν ένας μαύρος, ολοφάνερα απεσταλμένος του μέγα βεζίρη της Αβησσυνίας. Απ’ το στόμα του ξεδοντιασμένου έτρεχαν σάλια.
Πρώτα τα δυο παιδιά πετάχτηκαν κι αναδύθηκαν στην επιφάνεια. Τα πεζοδρόμια γεμάτα από κόσμο, στις λεωφόρους βιαστικά αυτοκίνητα. Εκανε κρύο, τα πάντα γκρίζα. Η Κατερίνα είχε αρχίσει να πεινάει. «Και τώρα; Πού πάμε;», ρώτησε διστακτικά. Ο Χάρης ύψωσε λίγο το κεφάλι. Κτίρια και άνθρωποι έκρυβαν τη θέα προς όλες τις κατευθύνσεις. Ηταν όλα τόσο διαφορετικά απ’ το χάρτη που είχε δει στο ίντερνετ. Από ένστικτο έδειξε προς ένα δρόμο που ανηφόριζε, εγκλωβισμένος σε κάγκελα. «Ιδού!», αναφώνησε με αβέβαιη βεβαιότητα. Η Κατερίνα ακολούθησε νοερά το χέρι: «Και πώς θα βρούμε το δρόμο να γυρίσουμε πίσω;». Ο Χάρης έδειξε να περιμένει αυτή την ερώτηση από την «υπαρχηγό» του. Με μια θεατρινίστικη κίνηση τράβηξε ένα μάτσο χαρτιά από το μπουφάν του. Αυτάρεσκα έδειξε την πρώτη σελίδα στην Κατερίνα. Αναυδη διάβασε την πρώτη σειρά του ανορθόγραφου χειρόγραφου με ορθάνοιχτα μάτια: «Δεν είναι οι οτρηροί στίχοι που συγγράφω/ αλλά όσα κάνω που με χαρακτιρίζουν». Ηταν τα ποιήματα του πατριού. Αξαφνα αποκαλύφθηκε η μεγαλοφυΐα του σχεδίου. Για να βρουν το δρόμο της επιστροφής, καθώς θα εισχωρούσαν στις στενές χαραμάδες των δρόμων, θα σκόρπιζαν πίσω τους σελίδες απ’ την ποιητική συλλογή του πατριού. Κανείς δεν θα μάζευε παλιόχαρτα και αν τύχαινε κάποιος φιλότεχνος να διαβάσει όσα έγραφαν, σίγουρα θα τα παρατούσε στη θέση τους. Εστριψαν δεξιά, έστριψαν αριστερά, χώθηκαν κάτω από παρκαρισμένα αυτοκίνητα και πέρασαν από σωρούς με χαρτόνια. Τους ακολούθησαν αδέσποτα, μαύροι υπόνομοι παραλίγο να τους καταπιούν και θυμωμένοι περαστικοί γάβγισαν επειδή τους έκοψαν το δρόμο. Σε κάθε γωνία άφηναν και μια σελίδα με στομφώδη τίτλο. «Σιωπηρά αυταπάρνηση», «Αδραστος παραπομπή», «Ακροτελεύτιο Αστραπόβροντο». Αφού προσπέρασαν ομάδες κατάφρακτων ιπποτών του βασιλιά που φρουρούσαν όλα τα περάσματα και αλαργινούς, μαυροντυμένους επαναστάτες, έφτασαν σε μια πλατεία. Οι πολυκατοικίες αποτραβήχτηκαν κι ένα ξέφωτο σχηματίστηκε. Δεν ήταν μεγάλο κι ούτε έβοσκαν ελάφια στο κάτω από τραπεζάκια στριμωγμένο γρασίδι. Αλλά εκεί υπήρχε το εκπληκτικότερο θέαμα στον κόσμο. Αυτό που έπρεπε να «φοράς»
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
τα μάτια του Χάρη και της Κατερίνας για ν’ αντικρίσεις. Στο κέντρο του ξέφωτου φύτρωνε ένα σπιτάκι φτιαγμένο εξ ολοκλήρου από βιβλία, σελίδες, εξώφυλλα κι οπισθόφυλλα! Ενας θησαυρός στη μέση του αφιλόξενου κόσμου, αιώνες κρυμμένος απ’ τους αδαείς. Ο Χάρης παρ’ ότι ήξερε ότι παραμόνευε κίνδυνος, διόλου δεν δίστασε. Κατευθύνθηκε προς το σπιτάκι, να θαυμάσει τα βιβλία που σχημάτιζαν φράχτη, τοίχους, παράθυρα, στέγη, καμινάδα. Μα δεν πρόλαβε καλά-καλά να τραβήξει έναν τόμο με τίτλο «Εγκλημα και τιμωρία», όταν είδε μέσα απ’ τον ορυμαγδό των βιβλίων να ξεπροβάλει ένα ζαρωμένο πρόσωπο με ελιές, δασιά φρύδια και γαμψή μύτη. Σίγουρα μάγισσα. «Τι γυρεύετε εδώ;» απαίτησε να μάθει με κορακίστικη φωνή. «Ψάχνετε σοβαρά βιβλία να ξεστραβωθείτε ή σαχλαμάρες για να... κάψετε το κεφάλι σας;» Τα δύο παιδιά κοκάλωσαν. Τι έψαχναν άραγε; Ο Χάρης σαν μεγαλύτερος κοίταξε την αναμαλλιασμένη μάγισσα και ομολόγησε: «Φτάσαμε στο μαγικό ξέφωτο για να πάρουμε ένα μέρος των τοίχων. Ή έστω λίγη στέγη». Η γριά έβηξε μερικά δευτερόλεπτα μέσα σ’ ένα βρώμικο μαντίλι και μετά έβαλε τα χέρια στη μέση: «Α, ώστε έτσι; Επρεπε να ’μασταν σε άλλες εποχές και να δούμε αν θα γλιτώνατε με κάτι λιγότερο από δύο μπερντάκια. Εχετε χάρη, όμως. Καλύτερα να μοιραστώ το σπίτι μου μαζί σας, παρά να σας αφήσω να αποβλακώνεστε. Και πού ξες; Μπορεί, αφού ένα μέρος του σπιτιού μου ζήσει στο δικό σας σπίτι, να αισθάνομαι κι εγώ σαν να έχω το δικό μου». Τα δύο παιδιά συμφώνησαν κουνώντας τα κεφάλια τους, χωρίς να καταλάβουν όλα τα λόγια της μάγισσας. Εκείνη έχωσε το ροζιασμένο χέρι της στον αριστερό τοίχο και αφού αναμόχλευσε τις στοίβες, τράβηξε δύο βιβλία με ξεθωριασμένα εξώφυλλα: ήταν οι «Χίλιες και μια νύχτες» και το «Γύρω από τη Σελήνη». Οι στοίβες ταλαντεύτηκαν, αλλά τελικά στάθηκαν όρθιες. «Αυτά εδώ είναι για του λόγου σας», δήλωσε και αμέσως πρόσθεσε καχύποπτα: «Είναι πέντε ευρώ». Ο Χάρης κι η Κατερίνα κοιτάχτηκαν απορημένοι, σχεδόν απελπισμένοι.
Η μάγισσα ξεφύσηξε: «Εντάξει μικρά διαβολάκια. Πέντε χρυσά νομίσματα εννοούσα». Τα πρόσωπα των παιδιών φωτίστηκαν κι ο Χάρης ανέσυρε από την τσέπη του ένα χιλιοδιπλωμένο χαρτονόμισμα. Η μάγισσα το εξαφάνισε στο μανίκι της. Με σεβασμό τους παρέδωσε τα βιβλία. Για ελάχιστα χαμογέλασε αφήνοντας να φανούν δύο σειρές δόντια καμωμένα από μαύρα μαργαριτάρια και είπε: «Να γυρίσετε τώρα γρήγορα σπίτι. Οταν πέφτει σκοτάδι βγαίνουν δράκοντες και βρικολάκοι». Τα παιδιά κατένευσαν και με δέος της έσφιξαν το χέρι. Ηταν μια καλή μάγισσα. Τρέχοντας ακολούθησαν μαζεύοντας τα ανέγγιχτα ποιήματα από το ξέφωτο μέχρι το σταθμό του υπόγειου ποταμού. Με λίγη τύχη θα προλάβαιναν να επιστρέψουν πριν το ρολόι στο σαλόνι σημάνει έξι.
Πίσω η άστεγη μάγισσα έριξε μια ματιά στον αναποφάσιστο ουρανό και ευχήθηκε να μη βρέξει, για να ζήσει κι αυτή μια ακόμα νύχτα καλύτερα.
Στην πραγματικότητα… ο Χάνσελ και η Γκρέτελ ήταν δυο αδέρφια, που για κακή τους τύχη εγκαταλείφθηκαν στο δάσος για να τα βρει μια κακιά μάγισσα που ήθελε να τα φάει! Οι φοβεροί και τρομεροί αδερφοί Γκριμ, Βίλχελμ και Γιάκομπ, έγραψαν άλλο ένα ελαφρώς γκροτέσκο παραμύθι που κάνει θραύση εδώ και δυο αιώνες, χάρη στην εξαιρετική αίσθηση αγωνίας που επιβάλλει.
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
• Ο μάγος του Οζ • “Little pig, little pig, let me in!” • Ο λαβύρινθος του Πάνα • Alice in Wonderland • Goodbye Alice in Wonderland • Ψαλιδοχέρης • Willy Wonka • Big Fish • Ο ίδιος ο Μπάρτον • Loreena McKennitt • Τα κόκκινα παπούτσια • White Rabbit • Ο Χάρι Πότερ από δω και πέρα • Στέλιος Πελασγός • “If the mayor ‘ll let me in / I ‘ll drive rats from Hamelin” • Και ζήσαμε εμείς καλά κι αυτοί καλύτερα • The Pillowman • Ερωτας • Η λίμνη των κύκνων • Χιόνι • My life as a fairy tale • Πύργος • J.R.R. Tolkien • Ο Γλάρος Ιωνάθαν Λίβιγκστον • Παιδί • Hayao Miyazaki • Ραπουνζέλ! Ραπουνζέλ! Ρίξε κάτω τα μαλλιά σου • Ο Μικρός Πρίγκιπας • Μια φορά κι έναν καιρό • Death trip • Χριστούγεννα • “Poisoned and hopeless / sleeping beauty” • Ονειρα
• Totoro • Μέρι Πόπινς • Φεγγάρι • “But when the oven was so hot and red / Gretel pushed the witch in instead” • Αγάπη • Ever After • The King and the Mockingbird • Πες μου ένα παραμύθι για να κοιμηθώ • Τζάκι • Τζουμάντζι • Του κουτιού τα παραμύθια • Μελένιος • Disney • Η Ντοματούλα και ο Κρεμμυδάκης • Μαντς Μπαντς • The grimm brothers • Beauty and the Beast • Φρουτοπία • Σάββατο πρωί • Novak • Ξωτικό • Sel Silverstein • Neverland • The Chronicles of Narnia (tv series) • Κουβέρτες • Cinderella (the band) • The Lion King • Νύχτα • Μάνος Χατζιδάκις • Νεράιδα • Καλό • Ο μικρός Νικόλας • Κακό • Και άλλα πολλά...
«Αν θέλετε τα παιδιά σας να γίνουν έξυπνα, διαβάστε τους παραμύθια. Αν θέλετε να γίνουν ακόμα πιο έξυπνα, διαβάστε τους περισσότερα παραμύθια». ΑΛΜΠΕΡΤ ΑΪΝΣΤΑΪΝ
7ƠƨƬƞƤƱ ƳưƠƢƮƼƣƨƠ ƪƜƭƤƨƱ ƵưƛƲƤƨƱ ƯƮƴ ƫƠƱ ƜưƶƮƬƳƠƨ ƲƳƮ ƫƴƠƪƻ ƻƳƠƬ ƠƩƮƼƫƤ ƳƦ ƪƜƭƦ ©ƯƠưƠƫƼƧƨª AΠΟ ΤΟΥΣ
EIDZHER
Ζωή σαν παραμύθι Οι ήρωες των παραμυθιών αποτυπώνονται με ένα διαφορετικό τρόπο στην έκθεση του Νίκου Βασιλειάδη, που ξεκινά στις 17 Φεβρουαρίου. Τα έργα εκτίθενται στο Πνευματικό Κέντρο του δήμου Αθηναίων (Ακαδημίας 50) στην έκθεση «Ζωή σαν παραμύθι», προσκαλώντας τους λάτρεις των παραμυθιών κάθε ηλικίας.
Στείλε την ιστορία
σου!
Μπες στο www.metropolitanstories.blogspot.com και λάβε μέρος μ’ αυτόν τον τρόπο στη δημιουργία των επόμενων Μητροπολιτικών Ιστοριών. Στείλε μας μια ιστορία απ’ την Αθήνα!
www.metropolitanstories.blogspot.com