ΟΥΡΟΥΠΩΝΕ. Η ΠΙΟ ΟΜΟΡΦΗ ΩΡΑ. Γλύκαινε η θάλασσα, ο άνεμος είχε ξεθυμώσει, αναπαυόταν η πλάση ολόκληρη. Καθόταν στην αμμουδιά, έξω απ'την παράγκα του ο Ομάρ και απολάμβανε τούτη την ομορφιά. Δεν το πίστευε κάθε που σουρούπωνε ότι υπάρχει τόση μαγεία. Κάποιοι γλάροι έρχονταν, κάθονταν κοντά στα πόδια του, τους έκραζε ο Ομάρ, χαμογελούσε, σηκώναν τα φτερά τους, ξαναφεύγανε. "Μητέρα Φύση, εσύ η πρώτη απ' όλες, τρανή, γιγαντιαία, σοφή, σ'ευχαριστώ", μονολόγησε ο θεραπευτής, "και σας, θεότητες του Απάνω και του Κάτω σύμπαντος, ευγνώμων είμαι, σας ευχαριστώ που μ' οδηγήσατε σε τούτη την μικρή καλύβα, τούτη την απέραντη θάλασσα, τούτη την ερημιά, πιότερη ευτυχία δεν φανταζόμουν ποτέ, σας ευχαριστώ!". Πήρε στη χούφτα του ένα σβώλο άμμο, ένιωσε τη ζεστάδα του, άφησε τους κόκκους να γλιστρήσουν απ' τα δάχτυλά του. "Όλα είναι Φύση κι η Φύση Θεός", είπε πάλι, "κι η άμμος, κι οι γλάροι, οι αφροί της θάλασσας, το πιο μικρό ζωύφιο, όλα Εσύ Αθάνατε Συμπαντοχτίστη, ό,τι κι αν είσαι, πράμα ανεξήγητο, μυστήριο". Ήρθε η δροσιά, μυρωμένη θάλασσα, φούσκωσαν τα πνευμόνια του θεραπευτή, γιόμισε ολόκληρος, ευφράνθηκε η ψυχή του. Ξαφνικά άκουσε ήχους. Πρώτα τον ήχο μηχανής, αυτοκίνητο πλησίαζε. Ύστερα φωνές, γυναικείες, αντρικές, του φάνηκε σαν ψέματα. Γύρισε το κεφάλι του, είδε δυο κυράδες να τον δείχνουν και να έρχονται προς το μέρος του. Ταράχτηκε, σκλήρυνε η ματιά του. "Μα τα χίλια πνεύματα της